Γράφει ο Ζαχαριουδάκης Ηλίας
Αυτές τις ημέρες, με αφορμή το κλείσιμο της ΕΡΤ, πλήθος ερωτημάτων καταβάλουν την ελληνική κοινωνία. Πως θα είναι η Νέα Ελληνική Ραδιοφωνία Ίντερνετ και Τηλεόραση (ΝΕΡΙΤ); θα υφίσταται όντως αξιοκρατία; σωστή οικονομική διαχείριση; θα εξελιχθεί τελικά σε φορέα εξυπηρέτησης πελατειακών συμφερόντων; θα παρέχει αντικειμενική ενημέρωση; Θα προάγει τον πολιτισμό; Θα γίνει υποχείριο του κέρδους και θα μπει στο παιχνίδι του ανταγωνισμού και της διαφήμισης; θα προσπαθήσει να προσφέρει υπηρεσίες στα απομακρυσμένα χωριά της Ελλάδος και στους Έλληνες του εξωτερικού; θα έχει δημόσιο χαρακτήρα;
Προκειμένου να απαντηθούν τα εν λόγω ερωτήματα, αλλά και επόμενα που τυχόν γεννηθούν πρέπει να εξεταστεί και να αναζητηθεί, τι πρόσφερε μέχρι σήμερα η ΕΡΤ, τι την εμπόδισε να προσφέρει περισσότερα και υπό ποιες πιθανές προϋποθέσεις μπορεί να υπάρξει μία αισιόδοξη προοπτική, η οποία μπορεί να ταυτιστεί με την ΝΕΡΙΤ.

Τι προσέφερε μέχρι σήμερα η ΕΡΤ:
Αναφορικά με τη προσφορά της, ξεκινώντας από τα θετικά, μέχρι σήμερα η Ελληνική Ραδιοφωνία και Ενημέρωση ήταν «παρούσα» σε όλα τα απομακρυσμένα χωριά και τους Έλληνες του εξωτερικού. Μάλιστα δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις όπου τα ιδιωτικά κανάλια δεν παρείχαν σήμα σε αυτές τις περιπτώσεις, οπότε η μοναδική πηγή ενημέρωσης, ψυχαγωγίας και διασκέδασης για τους κατοίκους ήταν η δημόσια τηλεόραση και ραδιοφωνία.
Τα προγράμματα της ΕΡΤ δεν ήταν εμπορικά. Σπάνια συναντούσες εκπομπές που –έστω- πλησίαζαν τα εκάστοτε «σόου» των ιδιωτικών καναλιών. Αντίθετα υπήρχαν ψυχαγωγικές και ενημερωτικές εκπομπές που φώτιζαν ξεχασμένες περιοχές και πολιτισμικές παραδόσεις της Ελλάδας. Εκπομπές που φιλοξενούσαν ανθρώπους της διανόησης και παρείχαν υψηλού επιπέδου συζητήσεις. Επίσης από την ΕΡΤ εκπέμπονταν το «Κουτί της Πανδώρας», αλλά και ο «Εξάντας», των οποίων το περιεχόμενο ήταν ιδιαίτερα καυστικό για τους Κυβερνόντες και τις αποφάσεις τους (σε ιδιαίτερα «δύσκολες» εποχές), ντοκιμαντέρ και οι κοινοβουλευτικές συζητήσεις στη Βουλή. Μεγάλες προσωπικότητες της τέχνης είχαν δημιουργήσει ενδιαφέροντα προγράμματα μουσικής με ιδιαίτερο καλλιτεχνικό περιεχόμενο (πχ. κλασική μουσική), το οποίο συχνά ήταν αντίθετο με τη τάση και τις απαιτήσεις της εποχής, αλλά η αξία του ήταν αναμφισβήτητη.
Με λίγα λόγια η ΕΡΤ, χωρίς να αποτελεί το «εργοστάσιο» του Πολιτισμού, είχε καταφέρει να διαφέρει από τα υπόλοιπα ιδιωτικά κανάλια και να παρέχει έως ένα σημείο διαφορετικές, εναλλακτικές και ίσως λιγότερο εμπορικές «υπηρεσίες», συμβάλλοντας έτσι στη διατήρηση και συντήρηση ενός αποδεκτού νεοελληνικού πολιτισμικού επιπέδου.
Αντίθετα, τα ενημερωτικά δελτία της ΕΡΤ, είχαν καταστεί σε φερέφωνα της εκάστοτε Κυβέρνησης, φαινόμενο που εντάθηκε και καθιερώθηκε κατά τα «μνημονιακά» χρόνια. Μπορεί ο τρόπος που ασκούσαν την «υποστήριξη» να διέφερε σε σημαντικό βαθμό από την αντίστοιχη των ιδιωτικών καναλιών, αλλά είναι αναμφισβήτητο το γεγονός ότι στο στόχο της αντικειμενικής ενημέρωσης απέτυχε. Ωστόσο, προκειμένου να αποδοθεί δικαιοσύνη, πρέπει να σημειωθεί ότι για την έλλειψη αντικειμενικής ενημέρωσης, δεν φταίνε (τόσο) οι εργαζόμενοι της ΕΡΤ, αλλά μία «κάστα» ανωτάτων υπαλλήλων, που έδιναν τις κατευθύνσεις και ασκούσαν λογοκρισία στα «επικίνδυνα» κείμενα.

Τι την εμπόδισε να προσφέρει περισσότερα:
       Είναι μία αναμφισβήτητη αλήθεια το γεγονός ότι η ΕΡΤ είχε μετατραπεί στο «αποκούμπι» των εκάστοτε πελατειακών σχέσεων, πάσης φύσεως Κυβέρνησης. Ο Δημόσιος χαρακτήρας της εκμαυλίστηκε και χρησιμοποιήθηκε πολλάκις ώστε να ικανοποιηθούν οι προεκλογικές συμφωνίες και να «τακτοποιηθούν» τα «δικά τους παιδιά». Οι στοχευμένοι διορισμοί όμως δεν περιορίζονται στο πεδίο του εργατικού δυναμικού. Το σύνολο των κομβικών διευθυντικών και γενικά ανώτερων θέσεων, όπου και λαμβάνονταν οι αποφάσεις, απαρτίζονταν από «υπαλλήλους» που πολλές φορές δεν είχαν ιδέα από ενημέρωση και  δημοσιογραφία, εμφανίζονταν σπάνια και τελικά η συμβολή τους, εκ του αποτελέσματος, ήταν συνολικά αρνητική.
Οι δύο αυτοί παράγοντες συνέβαλαν ώστε η ΕΡΤ να χάνει τη δημιουργικότητά της με τον καιρό, καθώς εργαζόμενοι με προσόντα παραγκωνίζονταν και δεν τοποθετούνταν στις θέσεις που άξιζαν αλλά και να δημιουργείται ένας υδροκεφαλικός και συγκεντρωτικός μηχανισμός με καρεκλοκένταυρους  υπαλλήλους που ενδιαφέρονταν μόνο για την είσπραξη του μηνιαίου μισθού. Έτσι σχηματίστηκε ένας μηχανισμός δυσκίνητος, που συνεπαγόταν απώλεια χρόνου και αδυναμία συντονισμού και ελέγχου. Στοιχεία που γενικά χαρακτηρίζουν το σύνολο των κρατικών οργανισμών της χώρας.
Η Δημόσια Ενημέρωση κατέληξε στο να καταστεί υποχείριο ενός πολυδαίδαλου γραφειοκρατικού συστήματος, «διορισμένων» υπαλλήλων και μίας ανώτερης κάστας διευθυντικών στελεχών που ακολουθούσαν τις εντολές και τη γραμμή της Κυβέρνησης που τους ανέδειξε. Καθώς λοιπόν δεν υπήρχαν οι απαραίτητες συνθήκες εύρυθμης λειτουργίας και οργάνωσης, η Ελληνική Ραδιοφωνία και Τηλεόραση δεν μπόρεσε να μην υποπέσει και σε λάθη με αποτέλεσμα πολλές φορές να βρεθεί στο επίκεντρο της αρνητικής κριτικής της ελληνικής κοινωνίας και να χάσει τα στοιχεία εκείνα που της προσδίδουν και εξασφαλίζουν το δημόσιο χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η αιτία της παρακμής της ΕΡΤ ήταν η σύνδεσή της με την εκάστοτε εξουσία, η οποία δεν της παρείχε το «χώρο» για αντικειμενική λειτουργία, με αποτέλεσμα την απώλεια του ευκταίου δημοσίου χαρακτήρα.

Υπό ποιες πιθανές προϋποθέσεις μπορεί να υπάρξει μία αισιόδοξη προοπτική:
Η προοπτική μίας Νέας ΕΡΤ, δημιουργεί αμφιθυμικά συναισθήματα στην ελληνική κοινωνία. Από τη μία η δικαιολογημένη μη αποδεκτή εικόνα της παλαιάς ΕΡΤ, που φέρει τις αποδεδειγμένες παθογένειες και από την άλλη η ύπαρξη της ίδιας αφερέγγυας ηγεσίας που υποστηρίζει ότι θα δημιουργήσει ένα καινούργιο φορέα αδιάφθορο, διαφανή και λειτουργικό. Αναφορικά με τον καινούργιο φορέα, η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η στελέχωση της ΝΕΡΙΤ θα γίνει μέσω του ΑΣΕΠ, οπότε θα υπάρχει διαφάνεια, δηλώνοντας επιπλέον ότι έχει γίνει ήδη η επιλογή ατόμων εγνωσμένου κύρους που θα την στελεχώσουν στις ανώτερες θέσεις. Πέρα από την αισιόδοξη ή απαισιόδοξη χροιά των δηλώσεων του κ. Κεδίκογλου, η εξέταση των νέων δεδομένων πρέπει να γίνει με κριτήριο τις αιτίες των σημερινών παθογενειών της ΕΡΤ και την ευκταία προοπτική ενός δημόσιου χαρακτήρα της ενημέρωσης.
Καθώς τα προηγούμενα χρόνια, με τους υφιστάμενους θεσμούς, δεν επιτεύχθηκε ο στόχος της δημόσιας ενημέρωσης λόγω της κυβερνητικής παρέμβασης, μία αισιόδοξη προοπτική μπορεί να γεννηθεί εάν ο νέος φορέας είναι ουσιαστικά ανεξάρτητος από τους Κυβερνώντες. Για να γίνει εφικτή η ανεξαρτησία και κατ’ επέκταση αυτονομία της ΝΕΡΙΤ πρέπει να δημιουργηθούν νέοι θεσμοί που αποβλέπουν στον έλεγχο και το καθορισμό του περιεχομένου της ΝΕΡΙΤ από τους ίδιους τους εργαζόμενούς της. Αυτό πρακτικά σημάνει ότι αρχικά οι διευθυντές των υπηρεσιών της ΝΕΡΙΤ δεν θα διορίζονται από τον φορέα της εξουσίας αλλά θα εκλέγονται από τους ίδιους τους εργαζόμενους. Ανάλογη φιλοσοφία πρέπει να διέπει το σύνολο των αποφάσεων για τις επιλογές της ΝΕΡΙΤ σε όλους τους τομείς. Αυτό θα στερήσει από τη Κυβέρνηση τη δυνατότητα να διορίζει τους ανώτατους διευθυντές και θα δώσει τη δυνατότητα ύπαρξης εσωτερικής δημοκρατίας και αξιοκρατίας στο εσωτερικό του ίδιου του φορέα. Στη συνέχεια με τη συμβολή του υπάρχουσας τεχνογνωσίας (ΑΣΕΠ), αλλά και φυσικά με την επαγρύπνηση τόσο των εργαζομένων του καινούργιου φορέα, όσο και της ελληνικής κοινωνίας, μπορεί να γίνει εφικτή η αξιοκρατική και δίκαιη στελέχωση της ΝΕΡΙΤ.
Ο Δημόσιος χαρακτήρας της ενημέρωσης συνεπώς προϋποθέτει την ανεξαρτητοποίησή του από τη κρατική εξουσία. Αυτή η ανεξαρτητοποίηση θα δώσει τη δυνατότητα δημιουργίας ενός νέου μοντέλου διοίκησης μακριά από τον παλαιοκομματισμό των προηγούμενων δεκαετιών. Σε αυτό το μοντέλο είναι ευπρόσδεκτοι και απαραίτητοι όσοι προσέφεραν υπηρεσίες τα προηγούμενα, αλλά και όσοι θέλουν να προσφέρουν στο μέλλον. Ο έλεγχος του φορέα από τους ίδιους τους εργαζόμενους, μακριά από τις κυβερνητικές-κομματικές εντολές,  μπορεί να εγγυηθεί την αξιοκρατία και την ορθή αξιοποίηση και αξιολόγηση του εργατικού δυναμικού, παλαιού και νέου.
Τέλος, αναφορικά με το δίλημμα εάν αυτός ο νέος φορέας πρέπει να κατασκευαστεί από το μηδέν ή πρέπει να επαναπροσδιοριστεί στη βάση της παλαιάς ΕΡΤ, η απάντηση έχει δοθεί από την υπάρχουσα προσφορά της ΕΡΤ. Είναι απογοητευτικό να απορρίπτεις ένα τόσο σημαντικό φορέα που, παρά τις δυσκολίες, έχει προσφέρει στην ελληνική κοινωνία, χωρίς να προσπαθείς να το βελτιώσεις και να τον βοηθήσεις να προσφέρει τα περισσότερα δυνατά. Την διατήρηση του καλούνται να διεκδικήσουν και να υλοποιήσουν, περισσότερο οι εργαζόμενοι της ΕΡΤ και η ελληνική κοινωνία και λιγότερο η (σημερινή) κυβερνητική εξουσία.
Advertisements