Γράφει ο Ζαχαριουδάκης Ηλίας
Από την 25η Ιανουαρίου άρχισε να επανέρχεται στο προσκήνιο ένα ουσιαστικό (και διαχρονικό) δίλημμα το οποίο κατά τη διάρκεια των προκαταρκτικών μαχών της διαπραγμάτευσης και ειδικά μετά την ανακοίνωση της «Συμφωνίας» ξεκινά και γίνεται πιο έντονο από ποτέ. Το εν λόγω δίλημμα έχει να κάνει με την παραμονή της Ελλάδας στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα (ευρώ) και κατ’επέκταση την Ευρωπαϊκή Ένωση ή όχι. Τον Ιούνιο του 2015, όταν και λήγει η περίοδος χάριτος για την ελληνική κυβέρνηση από τους Θεσμούς (πρώην Τρόικα), θα επανέλθει ως πρώτη προτεραιότητα. Και θα είναι προτεραιότητα, διότι θα αποτελεί την μια εκ των τριών επιλογών που θα έχει η κυβέρνηση: νέα δανειακή σύμβαση, έξοδο στις αγορές, εθνικό νόμισμα. Κατά συνέπεια, ο  άγουρος πολιτικά ελληνικός λαός θα πρέπει να επιλέξει -είτε μέσω δημοψηφίσματος, είτε μέσω εκλογών, είτε μέσω διαδηλώσεων- μια από τις τρεις επιλογές.
Η πρώτη επιλογή, αυτή της νέας δανειακής  σύμβασης εξασφαλίζει στην Ελλάδα την παραμονή στην ευρωπαϊκή οικογένεια και το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα. Ωστόσο η εν λόγω παραμονή είναι σύμφυτη με την οικονομική εξυγίανση στα πρότυπα που ορίζουν τα εύπορα κράτη της Ευρώπης, άρα της πολικής της λιτότητας. Η νέα κυβέρνηση επεδίωξε και επιδιώκει την ανατροπή της προαναφερθείσας κατάστασης. Ωστόσο, η Ευρώπη δεν αλλάζει. Και δεν αλλάζει διότι σχεδιάστηκε ώστε να βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση τώρα. Δηλαδή τα αδύναμα οικονομικά Κράτη να είναι απόλυτα εξαρτώμενα από τα ισχυρά οικονομικά Κράτη. Τα οικονομικά κέρδη της ισχυρής Γερμανίας σε βάρος της Ελλάδας είναι τεράστια. Η υποτέλεια που έχει επιτευχθεί υπέρ της Γερμανίας (και γενικά των οικονομικά ισχυρών κρατών) έχει επιτρέψει να συμπεριφέρονται στην Ελλάδα με αποικιοκρατική πολιτική (μνημόνιο), πράγμα οξύμωρο για την Ευρώπη όπου όλα τα Κράτη-Μέλη της είναι ίσα. Η λογική της αποικιοκρατίας δεν άλλαξε ούτε τώρα με την νέα κυβέρνηση και είναι γενικά πολύ δύσκολο να αλλάξει στο βαθμό που θα επηρεάσει θετικά και τους ευρωπαϊκούς λαούς.
Η δεύτερη επιλογή προβλέπει την έξοδο στις αγορές. Αυτό προϋποθέτει την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος ικανού για οικονομική χειραφέτηση και στην καλύτερη περίπτωση θα μπορούσε να οδηγήσει στη αποφυγή μιας ακόμα δανειακής σύμβασης από τους Θεσμούς. Εάν η Ελλάδα βγει στις αγορές, θεωρητικά, θα μπορεί να δανειστεί ξανά με ευνοϊκό επιτόκιο, γεγονός που θα της δώσει την δυνατότητα να αποκτήσει μια ισχνή οικονομική αυτονομία. Ωστόσο η οικονομική αυτονομία είναι σχετική καθώς θα παραμένει σε μια κοινή οικονομική πολιτική, εκείνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αναφορικά με τις δύο πρώτες επιλογές, το ζήτημα έχει να κάνει με την στάση των μεγάλων δυνάμεων. Λύσεις εντός της Ευρώπης μπορούν να υιοθετηθούν, ωστόσο τα πάντα ξεκινάνε από το μέγεθος του χρέους και τον τρόπο αποπληρωμής του, ζητήματα που βασίζονται στο ερώτημα, εάν όντως η (εκάστοτε) Γερμανία θέλει πραγματικά να βοηθήσει μια αδύναμη χώρα. Όσο το χρέος της Ελλάδας αναγνωρίζεται σε αυτό το μέγεθος και δεν υπάρχει καμία διάθεση συζήτησης άνωθεν για την επανεξέταση του, τόσο μεγαλύτερο βάρος θα έχει να κουβαλήσει ο ελληνικός λαός. Η λογική του χρέος, είτε ως πολιτικό, είτε ως οικονομικό γεγονός και οι απαιτήσεις εξυπηρέτησης του που γεννά, προδιαγράφει ένα ζοφερό οικονομικά μέλλον για όποια χώρα το έχει. Συνεπώς η επίτευξη μιας νέας συμφωνίας με ένα νέο δάνειο ή η έξοδος στις αγορές ακόμα και εάν επιτευχθεί, πρέπει να συνοδευτεί με αντίστοιχες πολιτικές ξεκαθαρίσματος, οι οποίες δεν υπάρχει διάθεση να επιβιώσουν όσο η Ελλάδα βρίσκεται στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Η έως σήμερα ιστορία έχει αποδείξει ότι μια τέτοια πολιτική δεν θα επιτραπεί από τους οικονομικά δυνατούς -διότι δεν τους συμφέρει- και όσο οι τελευταίοι παραμένουν δυνατοί, τόσο θα αδιαφορούν ουσιαστικά.
Η μοναδική περίπτωση ευοίωνης Ευρωπαϊκής Πολιτικής, συνδέεται με τις ερχόμενες εθνικές εκλογές κυρίως σε Ισπανία και Γερμανία. Οι νέοι συσχετισμοί πολιτικών δυνάμεων που θα προκύψουν, ανάλογα με το πόσο συντηρητικό πρόγραμμα έχουν, θα καθορίσουν και τις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Ωστόσο η Ευρώπη με την υπάρχουσα δομή και αρχές δεν μπορεί να προσφέρει κάτι ριζοσπαστικό. Μπορεί σε ένα χρόνο να μην υπάρχει η λιτότητα στον σημερινό της βαθμό, αλλά η αλλαγή δεν επιτυγχάνεται απλά με τον τερματισμό της λιτότητας. Η αλλαγή επιτυγχάνεται με μια Ευρώπη διαφορετικών, σε σύγκριση με των τωρινών, αρχών.
Η τρίτη επιλογή είναι το Εθνικό νόμισμα. Το σύγχρονο φετίχ της Ευρωπαϊκής και της εθνικής πολιτικής και αυτό γιατί συνεπάγεται έμμεσα και την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Συνεπώς οι αλλαγές που προβλέπει είναι πραγματικά ριζικές, προκαλώντας αλυσιδωτές ανατροπές στα συμφέροντα που εξυπηρετεί η σημερινή κατάσταση.
Μια τέτοια επιλογή έχει αναπόφευκτα συνέπειες ακραίες διότι μεταβάλλει εξολοκλήρου τον σχεδιασμό του ελληνικού κράτους και της ελληνικής κοινωνίας. Αναμφίβολα χάνονται ορισμένα προτερήματα, αλλά κερδίζονται άλλα. Η Ελλάδα ωστόσο με  αυτή την πιθανή μεταβολή έχει μια τεράστια ευκαιρία. Έχει την ευκαιρία να κάνει μια ουσιαστική επανέναρξη. Επανέναρξη τόσο οικονομική, καθώς θα έχει εθνικό νόμισμα και την δυνατότητα να χρησιμοποιήσει όλα τα εργαλεία που προβλέπει το διεθνές δίκαιο, ώστε να το προστατέψει, αλλά και πολιτική. Η πολιτική επανεκκίνηση μεταφράζεται σε υιοθέτηση πολιτικών που έως σήμερα δεν έχουν υιοθετηθεί. Πολιτικών που φέρνουν στο προσκήνιο των πολιτικών εξελίξεων τον πολίτη και του δίνουν την δυνατότητα να συμμετέχει στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Πολιτικών που επικεντρώνονται στην ανάπτυξη των εθνικών παραγωγικών δυνάμεων και εκείνων που προσβλέπουν σε συνεργασία με κράτη που μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει καμία ουσιαστική συζήτηση. Τα παραπάνω, είναι προφανές ότι προϋποθέτουν μια Κυβέρνηση, που έχει σπάσει τους δεσμούς της με το παλαιό πολιτικό καθεστώς της οικογενειοκρατίας, των πελατειακών σχέσεων και ένα λαό ο οποίος δρα και αντιδρά.
Η επένδυση στο άγνωστο ή στο «απευκταίο» εξαπανέκαθεν αποτελούσε την αφορμή για να προκύψει κάτι καινούργιο. Η ιστορία έχει αποδείξει πολλάκις ότι κάθε καινούργια ανακάλυψη είναι μια παλιά ουτοπία. Κατά συνέπεια, ο ελληνικός λαός είναι ανάγκη να επιλέξει είτε την παραμονή στην γνωστή σημερινή κατάσταση ή να επενδύσει σε κάτι νέο που είναι στο χέρι του να το φέρει πραγματικά στα μέτρα του: ένα νέο ελληνικό κράτος, το οποίο θα σηματοδοτεί μια νέα Ευρώπη.
Advertisements