Γράφει ο Ζαχαριουδάκης Ηλίας
 Την τελευταία φορά που η ελληνική κοινωνία καλέστηκε να συμμετάσχει πιο ενεργά στα πολιτικά ζητήματα μέσω δημοψηφίσματος, ήταν το 1974 επί Κωσταντίνου Καραμανλή μετά τη πτώση της δικτατορίας των Συνταγματαρχών, για την μορφή του πολιτεύματος (αποτέλεσμα: βασιλευόμενη δημοκρατία με 69,2% και επαναφορά θεσμού βασιλείας με 30,82%). Σήμερα 41 χρόνια μετά, το  δημοψήφισμα πιθανώς να είναι πάλι έμπρακτο ως γεγονός την Κυριακή 5 Ιουλίου. Αναμφίβολα πρόκειται για μία επιλογή ξένη προς την πολιτική καθημερινότητα του Έλληνα πολίτη, καθώς ο τελευταίος έχει μάθει στο (πολιτικό) μοντέλο να αποφασίζουν άλλοι για αυτόν, ανεξαρτήτως πολιτικής και οικονομικής συγκυρίας, απλά με το να εκλέγει μία Κυβέρνηση κάθε τέσσερα χρόνια (εσχάτως κάθε δύο χρόνια).
Η είδηση του δημοψηφίσματος είναι τουλάχιστον ευχάριστη. Οποιαδήποτε πολιτική και κοινωνική κίνηση καλεί τους πολίτες να συμμετέχουν στη χάραξη πολιτικής με πιο άμεσο τρόπο, είναι αναγκαία. Η Ελλάδα βρίσκεται τα τελευταία πέντε χρόνια σε εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση. Η οικονομική και πολιτικής της κατάσταση εκπέμπει σήματα SOS, η ευρωπαϊκή λιτότητα έχει βαλθεί να καταστρέψει ότι έχει απομείνει που φέρει δωρεάν και δημόσιο χαρακτήρα, στο όνομα της ευρωπαϊκής (και ελληνικής) οικονομικής ελίτ. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι υπό κατάρρευση. Τα λεφτά τελειώνουν. Πάρα πολλές οικογένειες ζούνε αποκλειστικά από συσσίτια ενώ άλλες από.. κάδους απορριμμάτων. Όλα αυτά στο όνομα μίας οικονομικής εξυγίανσης που προκύπτει ως αναγκαία από ένα χρέος που είναι (επιτέλους) αμφισβητήσιμο (όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στις υπόλοιπες Χώρες).
Ο ΣΥΡΙΖΑ εξελέγη με μία σαφή λαϊκή εντολή. Την έξοδο από τον καιάδα των Μνημονίων, αυτής της εκ των πραγμάτων, αντιπαραγωγικής οικονομικής πολιτικής. Τους τελευταίους έξι μήνες η νέα Κυβέρνηση διαπραγματεύεται την επόμενη μέρα της καινούργιας συμφωνίας που θα φέρει ευρωπαϊκό χαρακτήρα. Ωστόσο ο εν λόγω ευρωπαϊκός χαρακτήρας απαιτεί καινούργιες μειώσεις μισθών και συντάξεων. Απαιτεί επιπλέον αυξήσεις στη φορολογία. Απαιτεί να συνεχιστεί η πολιτική της λιτότητας, παρά το γεγονός ότι η τελευταία απορρίφθηκε ασυζητητί στις τελευταίες εκλογές.
Δημοψήφισμα λοιπόν στις 5 Ιουλίου για να δηλώσει ο ελληνικός λαός ΝΑΙ ή ΟΧΙ στις προτάσεις των Θεσμών. Στις προτάσεις που (πρακτικά) μας διατηρούν ή όχι μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο Ευρώ. Στις προτάσεις των Θεσμών που προϋποθέτουν  την ικανοποίηση των παραπάνω οικονομικών απαιτήσεων. ΝΑΙ ή ΟΧΙ στις προτάσεις των Θεσμών  που ενισχύουν την ανεργία, τονώνουν τη φτώχια και καταστρέφουν κάθε ελπίδα. ΝΑΙ ή ΟΧΙ στις προτάσεις των Θεσμών, που ακολουθούν την ίδια πολιτική της οικονομικής εξόντωσης (ειδικά) από τη πρώτη ημέρα που ψηφίστηκε το πρώτο Μνημόνιο.
Ποια θα είναι η επόμενη ημέρα;
Σε πιθανό ΝΑΙτου ελληνικού λαού στις προτάσεις των Θεσμών, η ευρωπαϊκή και ελληνική οικονομική ελίτ θα πανηγυρίζει καθώς θα εφαρμοστούν μνημονιακές εντολές κατά γράμμα. Θα γίνουν επιπλέον μειώσεις μισθών και συντάξεων είτε άμεσα, είτε έμμεσα. Με τον τρόπο αυτό θα τρέχει πολύ λιγότερο χρήμα στην αγορά και όλες οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και βιοτεχνίες θα δεινοπαθήσουν επιπλέον, αναγκαζόμενες ακόμη και να βάλλουν λουκέτο. Θα υλοποιηθεί το πλάνο των 300 ευρώ βασικού μισθού και 100 ευρώ σύνταξης. Η ελληνική κοινωνία κυριολεκτικά θα βρεθεί χωρίς χρήματα, αλλά θα βρίσκεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο Ευρώ, περιμένοντας την οικονομική ανάπτυξη του 2087.
Σε πιθανό ΟΧΙτου ελληνικού λαού στις προτάσεις των Θεσμών δεν θα πέσει ο ουρανός στο κεφάλι των Ελλήνων. Δεν θα έρθει τσουνάμι στα παράλια της χώρας. Η Ελλάδα θα εξακολουθεί να παραμένει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πράγμα που σημαίνει ότι θα εξακολουθεί, έστω και θεωρητικά, να αποτελεί πηγή εσόδων για τις μεγάλες βιομηχανίες της Ευρώπης, όπως έκανε όλα αυτά τα χρόνια. Οι Θεσμοί δεν θέλουν η Ελλάδα να βγει από την ΕΕ. Θέλουν να μείνει. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει μεγαλύτερη κερδοφορία με την Ελλάδα εντός παρά εκτός Ευρώπης και ειδικά εντός ευρώ. Για αυτό άλλωστε αποδέχτηκε την αδύναμη οικονομία της, στη σκληρή οικονομία της Ευρώπης. Για να μπορεί να την χειραγωγεί με κάθε αποκλειστικότητα.
Το πιο πιθανό σενάριο σε ένα ΟΧΙ στις προτάσεις των θεσμών είναι η επιπλέον παράταση της υπάρχουσας κατάστασης. Παράταση διότι έτσι διατηρούν στον πυρήνα της έναν εν δυνάμει (εν ενεργεία) χρηματοδότη. Η Ρήξη δεν είναι αποδεκτή από την Ευρώπη, γι’ αυτό  και δεν την έχουν ενεργοποιήσει τόσα χρόνια. Με λίγα λόγια, δεν τη συμφέρει, παρά τη σκληρή της στάση, παρά τα όσα υποστηρίζουν οι εγχώριοι αγγελιοφόροι της (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΠΟΤΑΜΙ).
            Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι με ένα ΟΧΙ δίνεται σαφής και ξεκάθαρη εντολή ώστε να μην υιοθετηθεί καμία μνημονιακή πολιτική, είτε αυτή είναι ευρωπαϊκή, είτε είναι κυβερνητική (βλέπε 47σέλιδο κείμενο Κυβέρνησης). Ο ΣΥΡΙΖΑ εξελέγη ως πρώτη δύναμη με ένα συγκεκριμένο προεκλογικό πρόγραμμα (πρόγραμμα Θεσσαλονίκη), καθόλου ριζοσπαστικό, αναμφίβολα συντηρητικό και συστημικό, ωστόσο αντίθετο με την πολιτική των Μνημονίων. Το εν λόγω πρόγραμμα θα μπορούσε να είναι μία αρχή. Μία δύσκολη αρχή η οποία να έδινε χώρο και χρόνο στη Κυβέρνηση να συγκρουστεί με το πελατειακό Κράτος και τους εξωτερικούς και τους εσωτερικούς εχθρούς.
            Το δημοψήφισμα μπορεί να δώσει μία νέα πνοή και (επιτέλους) μια προοπτική, τόσο πολιτική όσο και οικονομική.
ΥΓ1. Οποιαδήποτε προσπάθεια  ταύτισης της πρότασης της Κυβέρνησης για δημοψήφισμα, με την αντίστοιχη πρόταση Παπανδρέου, σε αυτή τη φάση είναι τουλάχιστον γελοία. Γιατί ο πρώην Πρωθυπουργός να ζητήσει από τον λαό να πάρει θέση για μία συμφωνία που είχε ήδη κάνει, πριν καν την ανακοινώσει μετέπειτα στο Καστελόριζο; Αποτυχημένο επικοινωνιακό τρικ. Ομοιότητα θα υπάρξει μόνο εάν δεν γίνει τελικά δημοψήφισμα και ανάλογα με την αιτία ματαίωσης θα μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα επίσης αποτυχημένο επικοινωνιακό τρικ, με τεράστιο πολιτικό βάρος ωστόσο.
ΥΓ2. Όταν οι εσωτερικοί μνημονιακοί αντιπρόσωποι της ελληνικής και ευρωπαϊκής οικονομικής ελίτ, κάνουν λόγο για «πραξικόπημα» και για «απαράδεκτη επιλογή» αναφερόμενοι στο δημοψήφισμα, πραγματικά γιατί αυτό να είναι ανησυχητικό; Αυτοί είναι που θέλουν η Ελλάδα να ακολουθήσει τη προοπτική των μνημονίων και της φτώχειας ό,τι και να γίνει.
ΥΓ3. Η προοπτική της Ρήξης και του Εθνικού Νομίσματος για να είναι ευκταία πρέπει να συνοδεύεται με πολιτικές που προστατεύουν την οικονομία του εργαζόμενου και του πολίτη. Της μικρομεσαίας επιχείρησης και του ελεύθερου επαγγελματία. Αυτή η (φιλο)λαϊκή πολιτική μπορεί να βρει βοήθεια στο διεθνές δίκαιο και στους διεθνείς και εθνικούς οργανισμούς, αλλά πρέπει να στηρίζετε σε ένα ενεργό εργατικό δυναμικό. Επομένως είναι ζήτημα αμιγώς πολιτικό, άρα διαχειρίσιμο και όχι επισφαλές και καταστροφικό.
 
Advertisements