Γράφει ο Όθωνας Καμινιάρης

               Οι διαπραγματεύσεις της Τουρκίας με την ΕΕ προς ένταξη της πρώτης ξεκίνησαν το 2005. Την ίδια χρονιά, το Συμβούλιο μπλόκαρε 8 από τα 35 Κεφάλαια του Κοινοτικού Κεκτημένου, στα οποία πρέπει να υπάρξει ευθυγράμμιση της Τουρκίας με την Ένωση, ώστε να πραγματοποιηθεί η πλήρης ένταξη, εξ αιτίας της απόφασης της Τουρκίας να μην επεκτείνει την προϋπάρχουσα Τελωνειακή Ένωση προς τα 10 κράτη που εισήλθαν στην ΕΕ το 2004, λόγω μη αναγνώρισης της Κύπρου[1]. Το 2007 μπλόκαρε 5 Κεφάλαια η Γαλλία, ενώ το 2009 μπλόκαρε 6 και η Κύπρος.

               Μετά από την συνάντηση αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων της ΕΕ με την Τουρκία, την 29ης Νοεμβρίου, ανακοινώθηκε, inter alia, Διακυβερνητική Διάσκεψη για τις 14 Δεκεμβρίου, με στόχο τη συζήτηση το άνοιγμα του Κεφαλαίου 17 (Οικονομική και Νομισματική Πολιτική), το οποίο είχε μπλοκάρει η Γαλλία, ως αντάλλαγμα για τη συμβολή της στην προσφυγική κρίση[2]. Κι ενώ ο δυτικός προσανατολισμός της Τουρκίας φαίνεται να περνά μια περίοδο συνειδητής αναθέρμανσης με τις εκατέρωθεν προσπάθειες, οι σχέσεις με το βόρειο γείτονά της, την Ρωσία, φαίνεται να περνάνε την πιο «παγωμένη» περίοδό τους των τελευταίων δεκαετιών, μετά το επεισόδιο της 24ης Νοεμβρίου με την κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους.

               Από εδαφική άποψη, η Τουρκία βρίσκεται σε μια μοναδική γεωγραφική θέση. Κατέχει τα τουρκικά Στενά που βρίσκονται στο βορειοανατολικότερο μέρος της Λεκάνης της Μεσογείου, χωρίζοντας δύο ηπείρους, την Γηραιά από την Ασιατική, ενώνοντας παράλληλα δύο θάλασσες, την Μεσόγειο με την Μαύρη Θάλασσα. Συγκεκριμένα, «αποτελούνται από τα Δαρδανέλλια που συνδέουν το Αιγαίο πέλαγος με την Θάλασσα του Μαρμαρά, και από τον Βόσπορο που συνδέει τη Θάλασσα του Μαρμαρά με τη Μαύρη Θάλασσα»[3]. Θεωρούνται, επίσης, ως ένας σημαντικός υδάτινος δρόμος, καθώς επιτρέπουν στις γείτονες χώρες της Τουρκίας, αυτές της Μαύρης Θάλασσας (Βουλγαρία, Ρουμανία, Ουκρανία, Ρωσία και Γεωργία) να επικοινωνούν θαλασσίως με τον υπόλοιπο κόσμο[4].

               Μάλιστα, τόσο σημαντική θεωρείται η τοποθεσία αυτή, ώστε ακόμη και τα αίτια του Τρωικού πολέμου έχουν συσχετισθεί με το ζήτημα της επικράτησης επί των Στενών[5], ενώ έχει διατυπωθεί και η άποψη ότι ολόκληρο το Ανατολικό Ζήτημα[6], εκπεφρασμένο συνοπτικά, θα μπορούσε να περιγραφεί ως «[ο] ανταγωνισμ[ός] των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων να αφαιρέσουν τον έλεγχο των Στενών και της Κωνσταντινούπολης από την καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία»[7]. Βέβαια, και πριν την ανάδυση του Ανατολικού Ζητήματος υπήρχε διαμάχη για τα Στενά. Μόνιμο αίτημα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας ήταν να αποκτήσει πρόσβαση στα «θερμά» ύδατα της Μεσογείου. Αυτό φαινόταν και από τους αλλεπάλληλους Ρωσο-Οθωμανικούς πολέμους του 17ου, 18ου και 19ου αιώνα (δώδεκα εν συνόλω[8]), μέσα από τους οποίους επιχειρούσε να θεμελιώσει την παρουσία της σε Οθωμανικά εδάφη.

               Μάλιστα, ολόκληρος ο 18ος αιώνας, κατά τον οποίο η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε ήδη εισέλθει σε τροχιά παρακμής, χαρακτηρίστηκε από την εντατικοποίηση των προσπαθειών της Ρωσίας για ευόδωση του στόχου της για ελεύθερο διάπλου των Στενών. Ο αιώνας αυτός χαρακτηρίστηκε, επίσης, από την λογική και επακόλουθη σύγκρουση αυτής της πολιτικής εξόδου της Ρωσίας με εκείνες των υπολοίπων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, με πρωτοστάτη την Μεγάλη Βρετανία. Ειδικότερα, συνήθως ακολούθως των Ρωσο-Οθωμανικών πολέμων αυτής της περιόδου, συνάπτονταν διμερείς ή/και πολυμερείς Συμβάσεις που παρείχαν δικαιώματα διάπλου σε κάποια Ευρωπαϊκή Δύναμη, επεξέτειναν τα δικαιώματα αυτά και στις υπόλοιπες, τα αφαιρούσαν ή τα περιόριζαν, ή, άλλοτε, ακόμη και τα καθολικοποιούσαν[9].

               Μετά την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον «Μεγάλο Πόλεμο» και την τελική εμπέδωση της ειρήνης με την Συνθήκη της Λωζάννης και την επιμέρους Σύμβαση για τα Στενά, τα τελευταία περνούσαν σε ένα καθεστώς διεθνοποίησης, καθώς απαγορεύθηκε η στρατικοποίησή τους και ορίστηκε Διεθνής Επιτροπή των Στενών για την διαχείρισή τους. Λίγους μήνες μετά, τον Οκτώβριο του 1923 έγινε η επίσημη ανακήρυξη του νέου τουρκικού κράτους, το οποίο, ήδη εν τη γενέσει του, είδε την εθνική του κυριαρχία αρκετά περιορισμένη, αφού οποιοδήποτε fait accompli από άλλη δύναμη που μπορούσε να την βρει απροετοίμαστη[10], με πολιορκημένη την πάλαι ποτέ πρωτεύουσά του.

               Έτσι, μετά από κάποιες αποτυχημένες προσπάθειες της Τουρκίας, επετεύχθη αναθεώρηση του καθεστώτος, αφού η κατάσταση στην ευρωπαϊκή ήπειρο φαινόταν να εκτραχύνεται όλο και περισσότερο και οι Σύμμαχοι δεν μπορούσαν παρά να ενδώσουν στις πιέσεις της. Το νέο καθεστώς που επεβλήθη ορίζεται από την Σύμβαση του Μοντρέ της 20ης Ιουλίου 1936[11]. Γυρίζοντας πίσω στις μέρες μας και με βάση τις τελευταίες εξελίξεις, όμως, θα μπορούσε να λεχθεί ότι κινδυνεύει να επέλθει, μια πλήρης ρήξη μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, μετά και από πληροφορίες που κυκλοφόρησαν για ενδεχόμενο κλείσιμο των Στενών;

               Η Σύμβαση που ρυθμίζει μέχρι και σήμερα το καθεστώς των Στενών είναι αυτή του Μοντρέ, με ορισμένες προσθήκες από τον κανονισμό διέλευσης του 1994 που επέβαλε η Τουρκία[12]. Σε αντίθεση με εκείνη της Λωζάννης που αναγνώριζε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις (περίοδος ειρήνης και περίοδος πολέμου με την Τουρκία εμπόλεμη και ουδέτερη), η ισχύουσα Σύμβαση, εισήγαγε και την περίπτωση κατά την οποία η Τουρκία θεωρεί εαυτόν απειλούμενο από κίνδυνο επικείμενου πολέμου.

               Πιο συγκεκριμένα, στην περίπτωση αυτή, για τα εμπορικά πλοία προβλέπεται, μετά από απόφαση της Τουρκίας, πλήρης ελευθερία ναυσιπλοΐας και διέλευσης, μόνο την ημέρα, ανεξαρτήτως σημαίας ή φορτίου, χωρίς καμία διατύπωση σκοπού ή υποχρέωσης, όμως, σε δρομολόγιο εντός των Στενών υποδεικνυόμενο από την ίδια. Για τα πολεμικά πλοία, αντιστοίχως, η Τουρκία είχε δικαίωμα να επιφορτιστεί εξ ολοκλήρου τον διάπλου των πλοίων, ακριβώς σαν να είναι η ίδια εμπόλεμη (δηλαδή, αυτή αποφασίζει ρητά για το τίνος κράτους του πλοία θα περνάνε).

               Νομικά, λοιπόν, εφόσον δεν τίθεται ζήτημα για ενεργοποίηση των διατάξεων της Σύμβασης για περίοδο κανονικού πολέμου, η μόνη κίνηση στην οποία θα μπορούσε να προβεί η γείτων θα ήταν να θεωρήσει τον εαυτό της απειλούμενο από επικείμενο πόλεμο, φωτογραφίζοντας έτσι ενδεχόμενη επίθεση που δυνητικά θα μπορούσε να δεχθεί από την Ρωσία, μετά και την κλιμάκωση της έντασης στις μεταξύ τους σχέσεις. Ωστόσο, ακόμα και μια τέτοια έκβαση, μοιάζει με σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Στην παρούσα φάση, μια τέτοια κίνηση κάθε άλλο παρά ασφάλεια θα της προσέφερε, αφού θα δυσχέραινε έτι περισσότερο τις ρωσοτουρκικές σχέσεις.

               Συμπερασματικά, οποιαδήποτε συζήτηση για κλείσιμο των Στενών είναι απολύτως ανεδαφική. Όπως γράφεται και στην επίσημη ιστοσελίδα του Υπουργείου Εξωτερικών της Τουρκίας, «η Σύμβαση, η οποία είναι ένα βασικό στοιχείο της ασφάλειας και της σταθερότητας της Μαύρης Θάλασσας, έχει σωστά και αμερόληπτα εφαρμοσθεί από την Τουρκία για παραπάνω από επτά δεκαετίες»[13].

               Μετά την επίτευξη του διακαούς της πόθου για επαναφορά της πλήρους εθνικής της κυριαρχίας από τη Λωζάννη, η Τουρκία θεωρεί στολίδι του κράτους της τη Σύμβαση του Μοντρέ, ακριβώς διότι της παρέχει τα περιθώρια που της παρέχει. Φαίνεται απίθανο, επομένως, να αποφασίσει να δράσει τώρα παρανόμως και κατά των κειμένων διατάξεων, απλά και μόνον για να «μπει στο μάτι της Ρωσίας», τη στιγμή, μάλιστα, που μια τέτοια κίνηση θα την μπλέξει σε μια χειρότερη δίνη διμερών και διεθνών ζητημάτων.

[1] Επίσημη Ιστοσελίδα Υπουργείου Εξωτερικών της Τουρκίας: http://www.mfa.gov.tr/relations-between-turkey-and-the-european-union.en.mfa (επίσκεψη 30.11.2015)

[2] Επίσημη Ιστοσελίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης: http://www.consilium.europa.eu/en/meetings/international-summit/2015/11/29/ (επίσκεψη 30.11.2015)

[3] Rozakis C. L. – Stagos P. N. (edit.), “The Turkish Straits”, Dordrecht, Martinus Nijhoff Publishers, 1987, σελ. 1

[4] Rozakis C. L. – Stagos P. N. (edit.), ό.π., σελ. 7

[5] Rozakis C. L. – Stagos P. N. (edit.), ό.π., σελ. 14

[6] Ο τρόπος με τον οποίο θα διαχειρίζονταν οι Μεγάλες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις την παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ώστε να μην διαταραχθεί η ισορροπία της ισχύος

[7] Νικολάου Ιωάννης, «Ο διάπλους των τουρκικών στενών κατά τις διεθνείς συνθήκες και την πρακτική: Από τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζί στο νέο κανονισμό διέλευσης», Αθήνα, Ι. Σιδέρης, 1995, σελ. 11

[8] Αναλυτικότερα, βλ. http://www.britannica.com/topic/Russo-Turkish-wars (επίσκεψη 30.11.2015)

[9] Για μια λεπτομερή αναφορά στις ανάλογες Συνθήκες, βλ. Rozakis C. L. – Stagos P. N. (edit.), “The Turkish Straits”, Dordrecht, Martinus Nijhoff Publishers, 1987, κεφάλαια 2 και 5, και, συνοπτικά, στο Ρούκουνας Εμμανουήλ, «Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο», Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2010, σελ. 272

[10] Αθανασοπούλου Εκάβη, «Τουρκία: Αναζήτηση Ασφάλειας: Αμερικανο-βρετανικά Συμφέροντα», Αθήνα, Παπαζήση, 1999, σελ. 37

[11] Για το πλήρες κείμενο της Συνθήκης, όπως κυρώθηκε από την Ελλάδα (Βασίλειον της Ελλάδος τότε), βλ. διαδικτυακά, στο http://www.et.gr/idocs-nph/search/pdfViewerForm.html?args=5C7QrtC22wE1WF5u8f_rVXdtvSoClrL8mUSONZkH27t5MXD0LzQTLWPU9yLzB8V68knBzLCmTXKaO6fpVZ6Lx3UnKl3nP8NxdnJ5r9cmWyJWelDvWS_18kAEhATUkJb0x1LIdQ163nV9K–td6SIuQr_0UwV2iCFfcz1IRDwdSw-ULFXQAHe8SgNRtUyZYjD

[12] Αναλυτικότερα, βλ. Νικολάου Ιωάννης, ό.π., Μέρος Β, κεφάλαιο 2

[13] http://www.mfa.gov.tr/implementation-of-the-montreux-convention.en.mfa

Advertisements