Γράφει η Κατερίνα Καλημέρα

          Στις αρχές της Μεσαιωνικής Περιόδου η μουσική ήταν μονοφωνική, με μία μελωδία να ηχεί κάθε φορά. Με το πέρασμα του 9ου αιώνα, κάποιοι συνθέτες εκκλησιαστικής μουσικής ανέπτυξαν την πολυφωνία, κατά την οποία περισσότερες από μία μελωδίες ηχούν ταυτόχρονα. Αυτό ήταν ένα νέο είδος μουσικής τολμηρό στην εκτέλεση και συναρπαστικό για την εποχή εκείνη. Μέχρι και τον 11ο αιώνα, οι μελωδίες γίνονταν όλο και πιο ανεξάρτητες μεταξύ τους. Μια μελωδία, συνήθως ένα άσμα, χρησίμευε ως βάση για να κινηθεί πάνω σε αυτό μία δεύτερη μελωδία, με έναν πιο γρήγορο, πιο ανθηρό τρόπο. Αυτό το άσμα κλήθηκε firmus cantus, όπως αποδίδεται στα λατινικά το «σταθερό τραγούδι». Η firmus cantus είναι κάθε προϋπάρχουσα μελωδία που χρησιμοποιείται ως βάση για μια πολυφωνική σύνθεση.

          Εν μέσω μεγάλων πολιτικών και κοινωνικών αντιδράσεων  η κυβέρνηση προωθεί άμεσα προς ψήφιση, πριν κλείσει η Βουλή για τα Χριστούγεννα, το σχέδιο νόμου για το σύμφωνο συμβίωσης. Στη νομοθετική πρωτοβουλία στο άρθρο 1 του Νόμου, γίνεται λόγος για τη συμφωνία δύο ενήλικων προσώπων, ανεξάρτητα από το φύλο τους, η οποία καταρτίζεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο και με την οποία ρυθμίζουν τη συμβίωσή τους. Η κοινωνία διχάζεται με την επέκταση του συμφώνου στα ομόφυλα ζευγάρια όμως προσπαθεί να αποδείξει την ωριμότητά της με τη στάση που κρατάει προς την διαφορετικότητα, προς εκείνα τα μέλη της δηλαδή που διαφέρουν ως προς αυτό που θεωρείται κανονικό ή συνηθισμένο. Ποια είναι η διαφορά που εντοπίζεται στην παρόμοια διαδικασία της προσπάθειας της κοινωνίας να «χωρέσει» στο πλαίσιό της το επεκταμένο σύμφωνο συμβίωσης, με την προσπάθεια μίας μελωδίας να αποτελέσει τη βάση, τη σταθερά για να συνυπάρξουν πάνω της και μέσα της περισσότερες διαφορετικές μελωδίες; Για να οδηγηθούμε σε μία πολυφωνική σύνθεση; Σε μία πολυφωνική κοινωνία;

          Μία firmus cantus πάντα συλλαμβάνεται με όρους ανεκτικότητας, τονικά φτάνει μέχρι εκείνο το σημείο που δε θα είναι δύσκολο για έναν μουσικό να φτάσει με τη φωνή του. Η μελωδία της κοινωνίας τρεμοπαίζει καθώς προσπαθεί να ξεπεράσει τα όρια της ανεκτικότητας που διαθέτει, τα οποία σε στιγμές κρίσης αποδεικνύονται όλο και πιο ισχνά. Το πρόβλημα και η διαφορά είναι ότι για την κοινωνία η firmus cantus πρέπει να είναι όχι η ίδια η κοινωνία αλλά ένα χώρος, μία περιοχή που ξεπερνά τις προσωπικές προτιμήσεις, τις κοινωνικές και θρησκευτικές προκαταλήψεις, που ξεπερνά ακόμη και την ανεκτικότητα. Ένας χώρος αυτόνομος, απροσπέλαστος και οικουμενικά αποδεκτός ως ιερός: Ο χώρος των ίσων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Δηλαδή, δε θα έπρεπε η κοινωνία να χωρέσει στο πλαίσιο της το σύμφωνο συμβίωσης για τα ομόφυλα ζευγάρια αλλά το ίδιο το σύμφωνο συμβίωσης θα έπρεπε να αποτελέσει το τραγούδι, τη μελωδία πάνω στην οποία θα κινηθεί και θα «χωρέσει» η κοινωνία.

          Η κοινωνία αποπειράται να δεχτεί τη διαφορετικότητα, λησμονώντας πως δεν βρίσκεται στη δική της διακριτική ευχέρεια να την ορίσει. Πώς θα μπορούσε άραγε; Με ποια κριτήρια θα ήταν δυνατόν μία κοινωνική δομή, μία συνύφανση των αλληλεπιδράσεων και σχέσεων των ανθρώπων που καθορίζεται από έναν λιγότερο ή περισσότερο επαναλαμβανόμενο και σταθερό τρόπο, να ορίσει τη διαφορετικότητα ανθρώπινων όντων; Είναι μία έννοια που θα αντιλαμβανόταν καλύτερα ο μεταγενέστερος Edouard Manet, βασικός εκπρόσωπος του ρεαλισμού, καθώς θα παρατηρούσε τις υπερβολικά παραμορφωμένες φιγούρες του Ελ Γκρέκο, ή αν ο τελευταίος, λάτρης των σκοτεινών χρωμάτων, είχε ζήσει για να θαυμάσει ενδεχομένως το έργο « Η κυρία Μονέ» του Monet, πλημμυρισμένο από φως. Πώς όμως ανάμεσα σε δύο ανθρώπους θα ορίσει κανείς κάποιον ως διαφορετικό τη στιγμή μάλιστα που η έννοια της ατομικότητας διαφυλάσσει τη διαφορετικότητα; Και πως μάλιστα θα επικαλεστεί κανείς την κατοχυρωμένη και αδιαμφισβήτητη διαφορετικότητα του άλλου (δηλ. την ατομικότητα) ως «ελαφρυντικό» για να του αναγνωρίσει δικαιώματα και να ψηφίσει νόμους;

          Είναι κοινή παραδοχή πως υπάρχουν κάποια πράγματα που σήμερα θεωρούμε αυτονόητα ενώ κάποτε ήταν απλώς μία διεκδίκηση. Η πρόοδος που έχει συντελεστεί, οι αγώνες που έχουν δοθεί και τα επιτεύγματα του ανθρώπινου πολιτισμού σε καμία περίπτωση δεν υποτιμώνται. Ο πολιτικός γάμος, για παράδειγμα, όταν εισήχθη στις αρχές της δεκαετίας τού ’80, σε συνδυασμό με το γενικότερο εκσυγχρονισμό τού οικογενειακού δικαίου, είχε προκαλέσει  την αντίδραση της εκκλησίας. Ακόμη και η νομική ισότητα των φύλων ήταν κάποτε το ζητούμενο. Γιατί, όμως, θα έπρεπε να περιμένουμε τριάντα χρόνια για να δούμε μια άλλη σημαντική τομή, όπως το σύμφωνο συμβίωσης των ομόφυλων; Ή σε ευρύτερη κλίμακα γιατί θα πρέπει να περιμένουμε χρόνια ολόκληρα για να αρχίσουμε να επεξεργαζόμαστε κοινωνικά ζητήματα όπως ο γάμος, η υιοθεσία με τρόπο που θα είναι συνυφασμένος με τα αντικειμενικά προβλήματα των διαδικασιών και όχι με τον σεξουαλικό προσανατολισμό; Ναι μεν η επέκταση του συμφώνου συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια είναι ένα βήμα μπροστά, είναι όμως ημίμετρο όταν, για παράδειγμα, δεν επεκτείνει και το δικαίωμα στην υιοθεσία ή δεν λύνει ζητήματα όπως αυτά που απόκτησαν μεγάλη δημοσιότητα με αφορμή τον θάνατο του Μηνά Χατζησάββα.

          Είναι καιρός να ανοίξει ένας κοινωνικός διάλογος χωρίς προκαταλήψεις και προαπαιτούμενα, που θα μας θέσει όλους προ των ευθυνών μας για την μελλοντική κοινωνία που θέλουμε ως πολίτες αυτού του τόπου. Και τότε ίσως κανένας πολίτης δεν θα νιώθει την ανάγκη να δηλώνει μια μέρα του χρόνου υπερήφανος για κάτι που απλά είναι δικαίωμα του. Αδιαμφισβήτητο. Αναπόσπαστο. Αδιαπραγμάτευτο. H firmus cantus, η σταθερή βάση της ύπαρξης.

          Η firmus cantus είναι μια τεχνική που υπάρχει εδώ και χιλιάδες χρόνια και που όλα αυτά τα χρόνια περιορίζεται σε μία οκτάβα. Η κοινωνία μπορεί και πρέπει να σπάσει τα δεσμά της οκτάβας της, της απόστασης που συχνά δημιουργεί η ίδια ανάμεσα σε δύο πράγματα, αποδίδοντας στο ένα μεγαλύτερη συχνότητα απ’ ότι στο άλλο.

Advertisements