Της Σταυρούλας Κιτσανού

«Πάμε για καφέ, κερνάω εγώ». Πόσες φορές έχουμε ακούσει αυτή τη φράση και πόσες φορές την έχουμε πει κι εμείς οι ίδιοι. Το κέρασμα είναι σαν δώρο με δυο παραλήπτες: χαίρεσαι τόσο να γίνεσαι δέκτης μιας τέτοιας ζεστής χειρονομίας όσο και να προσφερεις σε κάποιον πέρα από τον εαυτό σου. Αισθάνεσαι όμορφα όταν κερνάς ένα οικείο σου πρόσωπο ακόμη κι αν δεν έχει τόση ανάγκη το κέρασμα. Φαντάσου πώς αισθάνεσαι, όμως, όταν κερνάς ένα άγνωστο σου πρόσωπο που το έχει ανάγκη. Ή καλύτερα σε έχει ανάγκη.

Το 2013 το περιοδικό δρόμου «Σχεδία» έφερε στην Ελλάδα ένα έθιμο που ξεκίνησε πριν περίπου 100 χρόνια στη Νάπολη της Ιταλίας: τον «caffé sospeso», ελληνιστί τον «καφέ σε αναμονή». Με απλά λόγια, ένας καφές μπαίνει «σε αναμονή» όταν ο πελάτης ενός καταστήματος μαζί με τον δικό του καφέ προπληρώνει άλλον έναν και ο καταστηματάρχης τον προσφέρει έπειτα σε κάποιον άνεργο ή άστεγο.

Χρειάστηκε να περάσουν δυο χρόνια μέχρι η δράση αυτή να γίνει ευρέως γνωστή. Σε αυτό συνέβαλε ένα βίντεο που έφτιαξαν πριν λίγο καιρό μια ομάδα σπουδαστών Δραματικής Σχολής. Χάρη σε αυτούς, η ιδέα διαδόθηκε μέσα σε ένα μήνα πολύ γρηγορότερα απ’ ότι είχε καταφέρει να τη διαδώσει η «Σχεδία» μέσα σε 2 χρόνια. Έτσι τα 4 καταστήματα στην Αθήνα που ξεκίνησαν τη δράση έχουν γίνει πλέον περισσότερα από 100 σε πολλές μεγάλες πόλεις της Ελλάδας και της Κύπρου.

«Σιγά την προσφορά, έναν καφέ πληρώνεις», θα ισχυριστούν πολλοί. Προσωπικά, εκτιμώ πως το μέγεθος της συγκεκριμένης προσφοράς είναι σαν ένα παγόβουνο: το κομμάτι που φαίνεται είναι μικρό και μάλλον ανούσιο ενώ το κομμάτι κάτω από την επιφάνεια είναι ευμέγεθες και πιο ουσιαστικό. Όταν μιλάμε για ανθρώπους που ακόμη κι η αγορά καφέ είναι πολυτέλεια, η προσφορά ενός καφέ είναι κάτι περισσότερο από προσφορά ενός ροφήματος. Είναι ευκαιρία για τους σχετικά, αν όχι απόλυτα, κοινωνικά περιθωριοποιημένους ανθρώπους να αποκτήσουν κοινωνική ζωή, να απολαύσουν ως ισότιμα μέλη του κοινωνικού συνόλου τις μικρές χαρές της ζωής-αυτές που της δίνουν νόημα και ουσία-. Ο κερασμένος καφές είναι μόνο η αφορμή. Ο επαναπροσδιορισμός του «ζω» και του «επιβιώνω» εν μέσω κρίσης οφείλει να είναι το αποτέλεσμα.

            Εύκολα θα υποθέσει κανείς ότι το κείμενο αυτό γράφεται ως ανταπόκριση στο πνεύμα των ημερών που επιτάσσει φιλανθρωπικές ρήσεις και δράσεις, ακόμη κι από ανθρώπους που δε γνωρίζουν τι σημαίνει η λέξη φιλανθρωπία. «Φιλανθρωπία»: σύνθετη λέξη από τα «φίλος» και «άνθρωπος». Φιλάνθρωπος είναι αυτός που αγαπά τον άνθρωπο. Το ερώτημα που τίθεται κάθε εορταστική περίοδο, όπως τα Χριστούγεννα, όταν όλες οι τράπεζες, οι τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί, οι Δήμοι, τα καταστήματα προωθούν σωρηδόν ανθρωπιστικές δράσεις είναι: «Μόνο τα Χριστούγεννα αγαπάμε τους ανθρώπους;». Το καλοπροαίρετο των προθέσεων τους είναι αναντίρρητο. Αλλά γιατί τον υπόλοιπο χρόνο δεν προωθούνται τόσο εντατικά φιλανθρωπικές δράσεις; « Πρόσφερε στα παιδιά! Γιατί σε έχουν ανάγκη! Γιατί είναι Χριστούγεννα!», από διαφήμιση εράνου αγάπης μεγάλου τηλεοπτικού σταθμού, με ώθησε να αναλογιστώ το προσποιητό της κατάστασης. Έχει αγκιστρωθεί στη συνείδηση μας ότι «τα Χριστούγεννα ΠΡΕΠΕΙ να προσφέρουμε», αντί του « ΚΑΙ τα Χριστούγεννα πρέπει να προσφέρουμε». Ή καλύτερα «ΚΑΙ τα Χριστούγεννα ΘΕΛΟΥΜΕ να προσφέρουμε».

            Τα Χριστούγεννα, και γενικά τις γιορτές, ενεργοποιείται επίσης ο ανθρωπισμός των «καλών χριστιανών». Ειδικά στην Ελλάδα, υπάρχει η τάσηοποθέτησης χριστιανικού προσήμου μπροστά από πολλές ανθρωπιστικές πράξεις. Ο ιερέας καλεί τα Χριστούγεννα το ποίμνιο να «αγαπήσει αλλήλους» γιατί έτσι προστάζει το μεγαλείο της γέννησης του Θεανθρώπου. Ο ίδιος ιερέας, που εν μέσω πολέμων, πολλαπλασιαζόμενων αυτοκτονιών, πνιγμών αθώων μεταναστών ασχολείται με το σύμφωνο συμβίωσης, λαμβάνει κατά καιρούς το τίτλο του φιλάνθρωπου γιατί του το αξιώνει η θέση του στον κλήρο.

            Δεν τίθεμαι κατά της Εκκλησίας ή κατά όσων σταθμών, καταστημάτων, απλών ανθρώπων ασκούν φιλανθρωπικό έργο στις γιορτές. Μπορεί η επιδίωξη μόνο του θεαθήναι της προσφοράς να τείνει να γίνει ο κανόνας, όμως υπάρχουν ακόμη εξαιρέσεις ειλικρινά και βαθιά ανθρωπιστών που «αγαπούν τους ανθρώπους» όλο το χρόνο. Τα Χριστούγεννα θα πρέπει να είναι η αφορμή. Ο επαναπροσδιορισμός του «φαίνεσθαι» και του «είναι» της κοινωνικής προσφοράς οφείλει να είναι το αποτέλεσμα. Μήπως το παγόβουνο πρέπει να αναστραφεί;

Advertisements