Γράφει ο Όθωνας Καμινιάρης

            «Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις θεωρούνται μια από τις κλασικές περιπτώσεις αντίπαλων δυάδων και βαθιά ριζωμένων εθνικών συγκρούσεων, με πολύχρονη ιστορία αντιπαράθεσης και εχθρότητας…»[1]. Η φράση αυτή συνοψίζει πολύ εύστοχα τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, όπως νοούνται από μια μεγάλη μερίδα, αν όχι την πλειοψηφία των Ελλήνων. Όμως, ποια περίοδο περιγράφει και, κυρίως, ποια είναι η ιστορική εκείνη τομή από την οποία η επιστροφή σε ομαλές σχέσεις ήταν πολύ δύσκολη;

Εν αναμονή της αποψινής ψηφοφορίας στη Βουλή για το νομοσχέδιο για το προσφυγικό (01/04) και της θέσης εν ισχύϊ της Συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας (04/04), ενδιαφέρουσα είναι μια ανασκόπηση των αφηγήσεων των σχέσεων Ελλάδας-Τουρκίας. Αυτές είναι η προαιώνια, η μοντέρνα-νεωτερική και η σύγχρονη σύγκρουση.

            Η ιδέα της προαιώνιας σύγκρουσης, από την πλευρά των Ελλήνων, τοποθετείται σε τρεις διαφορετικές ημερομηνίες, στην μάχη του Μαντζικέρτ, το 1071, στον 14ο αιώνα και τις μάχες-καταλήψεις της Προύσας (1326), της Νίκαιας (1331), της Νικομήδειας (1337) και της Αδριανούπολης (1362) ή, τον 15ο αιώνα πια, με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης[2]. Στην τουρκική εθνική αφήγηση, τρεις είναι και πάλι οι εναλλακτικές ημερομηνίες, είναι, όμως, άλλες από τις προαναφερθείσες.

Η λεγόμενη «Τουρκική Ιστορική Θέση», υποστηρίζει πως ο πολιτιστικά ανώτερος λαός των «αρχαίων Τούρκων» δημιούργησαν από το 4.000 π.Χ. και εξής στην πατρίδα τους την Ανατολία (Μ. Ασία), πολιτισμούς όπως οι εξής: τρωικός, σουμερικός, μινωικός, χετιτικός, ακόμη και τον ιωνικό. Η σύγκρουση, επομένως, ξεκινά με τον Τρωικό πόλεμο, μεταξύ Ελλήνων και μυκηναϊκής εποχής και Τρώων, ενός εκ των πολιτισμών που είχαν δημιουργήσει οι «Αρχαίοι Τούρκοι»[3].

Η δεύτερη έκφανση της τουρκικής πλευράς είναι ο Ανατολισμός, της δεκαετίας του 1950, ο οποίος ανέφερε ότι οι Τούρκοι ήταν απόγονοι (δισέγγονοι) όλων των λαών και των πολιτισμών που πέρασαν από την Ανατολία, εξαιρουμένων, βέβαια, πολιτισμών που ήκμασαν εκεί, όπως οι Έλληνες, οι Αρμένιοι και οι Άραβες, πολιτισμοί που άφησαν ιστορία και δικά τους δισέγγονα. Ελλείψει των απαραίτητων ριζών με την αμέσως προηγούμενη εποχή, την οθωμανική, αλλά και υποβάθμισης του Ισλάμ και του ρόλου του, η προσέγγιση αυτή δεν έτυχε εκτίμησης[4]. Έτσι, ανέκυψε η «Τουρκική-Ισλαμική Σύνθεση», κατά την οποία πρόγονοι των Τούρκων ήταν οι Ογούζοι-Τουρκομάνοι, οι οποίοι μάλλον εξωθήθηκαν από τους Μογγόλους και ήρθαν από την κεντρική Ασία στη Μέση Ανατολή, περίπου τον 12ο αιώνα. Απόγονός τους, ο Οσμάν, ίδρυσε το Οσμανλικό Σουλτανάτο περί τα 1300 και η δυναστεία του διοίκησε την Οθωμανική Αυτοκρατορία έκτοτε[5].

Και οι δύο πλευρές της αφήγησης αυτής θεωρούνται παρατραβηγμένες, η μεν διότι ταυτίζει αδιακρίτως Βυζαντινούς με Έλληνες και Σελτζούκους και Οθωμανούς με τους Τούρκους. Η δε, για λόγους ανεδαφικότητας και ιστορικών αλμάτων που δεν χρήζουν καν ανάλυσης. Όσον αφορά την πρώτη έκφανση της Τουρκικής πλευράς, πάντως, καθώς ήταν εμπνευσμένη από τον Κεμάλ και τους συνεργάτες τους, το μόνο που μπορεί να αναφερθεί επ’ αυτής προς κατανόησή της είναι ότι απέβλεπε στο να προσδώσει στο νέο έθνος των Τούρκων, για το οποίο η τραυματική εμπειρία της διαλελυμένης αυτοκρατορίας ήταν πολύ κοντινή, μια αίσθηση υπερηφάνειας. (Μήπως μας θυμίζει κάτι η ανεξέλεγκτη προγονοπληξία;)

Η δεύτερη αφήγηση για την απαρχή των (συγκρουσιακών) ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι η μοντέρνα. Η τελευταία θέλει την σύγκρουση μεταξύ των δύο να είναι προϊόν της νεωτερικότητας και έλκει την καταγωγή της στην Γαλλική Επανάσταση. Με τις ιδέες της να έχουν εμποτίσει και την Ελληνική, ορόσημο, επομένως, θεωρείται είτε το 1821, είτε το 1850, ως εναρκτήριο έτος της Μεγάλης Ιδέας, οι αλυτρωτικές τάσεις της οποίας προσέδωσαν συγκρουσιακό χαρακτήρα στις σχέσεις μεταξύ των δύο αντιπάλων[6]. Η μεγαλύτερη έλλειψη της συγκεκριμένης αφήγησης για να θεωρηθεί απαρχή της εθνικής σύγκρουσης είναι ότι, την περίοδο εκείνη, μόνο οι Έλληνες αυτοπροσδιορίζονταν ως έθνος, είτε ήταν ελληνόφωνοι, είτε όχι[7]. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, όμως, ήταν πάντοτε ένα μωσαϊκό, κάθε άλλο παρά ομοιογενής και συνεκτική, επομένως.

Έτσι, φθάνουμε στην πιο πειστική και θεμελιωμένη αφήγηση, την σύγχρονη. Στον 20ο αιώνα πια και, συγκεκριμένα, από το 1912, με τον Α΄ Βαλκανιικό Πόλεμο, θεωρείται, αφ’ ενός, ότι ήταν το σημείο χωρίς επιστροφή για την Οθωμανική Αυτοκρατορία και, αφ’ ετέρου, ότι η αντιπαλότητα των δύο λαών ήταν πλέον αγεφύρωτη[8]. Προς επίρρωση της αφήγησης αυτής, μπορεί να επιστρατευθεί και η ανάλυση του εθνικισμού του Ernest Gellner. Ο τελευταίος, υποστήριξε ότι ο εθνικισμός είναι μια πολιτική αρχή, η οποία προκύπτει όταν υπάρχει ταύτιση δύο στοιχείων, του αντικειμενικού με το υποκειμενικό. Όπου αντικειμενικό είναι το στοιχείο του κράτους, το οποίο είναι εκφραστής των πολιτικών ιδεών, ενώ υποκειμενικό είναι το στοιχείο του έθνους, για το οποίο, εν πολλοίς, ισχύει η αρχή ότι «όποιος το νοιώθει είναι». Δεν υπάρχει, δηλαδή, ένας εξαντλητικός κατάλογος των στοιχείων που απαρτίζουν το έθνος, αλλά ούτε και κάποιο στοιχείο που αν λείπει, δεν μπορεί να υπάρχει έθνος[9].

            Με την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης, εν έτη 1923, και συγκεκριμένα την 24η Ιουλίου, οριστικοποιήθηκαν τα σύνορα της σύγχρονης Τουρκίας, ενώ στις 29 Οκτωβρίου του ίδιου έτους ανακηρύχθηκε η ανεξαρτησία της. Πρωτεύουσα ορίστηκε η Άγκυρα, και πρώτος Πρόεδρος του νεότευκτου κράτους έγινε ο Μουσταφά Κεμάλ. Παρ’ όλο, λοιπόν, που αντικειμενικά η ταύτιση επήλθε σχεδόν 10 χρόνια αργότερα, το τοπίο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (μετά και τον διαμελισμό), είχε ξεκαθαριστεί ήδη από τους Βαλκανικούς Πολέμους.

            Ενώ, λοιπόν, η περίοδος 1912-1922 ήταν συγκρουσιακή, έχουν υπάρξει και περίοδοι ήρεμων σχέσεων, όπως από το 1923 μέχρι το 1940 ή από το 1999 μέχρι και σήμερα. Ωστόσο, το μόνο σίγουρο είναι ότι η χειρότερη περίοδος έχει υπάρξει το 1974 μέχρι το 1999. Η περίοδος της παρατεταμένης κρίσης, όπως την ονομάζει ο Θ. Βερέμης ή της ένοπλης ειρήνης, όπως την αποκαλεί ο Α. Συρίγος. Μετά την εισβολή στην Κύπρο, ειδικότερα, ενισχύθηκε η αντίληψη της Τουρκίας ότι «η πολιτική δια των όπλων αποδίδει καρπούς και ότι η απειλή βίας αποτελεί σημαντικό διαπραγματευτικό επιχείρημα έναντι της Ελλάδας»[10].

Από πλευράς της Ελλάδας, μετά και την κατάληψη του βορείου τμήματος του νησιού, η Τουρκία άρχισε να μοιάζει με ιμπεριαλιστική δύναμη που δεν τιμά τις μεταξύ τους Συνθήκες και που καιροφυλακτεί, ώστε να αρπάξει ό,τι μπορεί σε κάθε ευκαιρία. Άποψη που εν πολλοίς επιβεβαιώνεται μέχρι και σήμερα με το παράδειγμα των Ιμίων και της θεωρίας των Γκρίζων Ζωνών, αλλά και με τις παραβιάσεις του εναέριου χώρου (εσωτερικότερα, βέβαια των 6 ναυτικών μιλίων).

            Η πιο πρόσφατη απόδειξη της συμπεριφοράς αυτής, η οποία οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι δεν είναι πάντοτε τέτοια, ήταν η μη θέση σε ισχύ της τριμερούς συμφωνίας ΝΑΤΟ-Ελλάδας-Τουρκίας, η οποία υπεγράφη τον περασμένο Φεβρουάριο. Όλα αυτά, δεν θα μπορούσαν από το να μας οδηγήσουν στην πιο πρόσφατη Συμφωνία, αυτήν που πρόκειται να αρχίσει να ισχύει εντός των ημερών. Καθώς τα προβλεπόμενα της Συμφωνίας είναι προσβάσιμα σε όλους[11], το δικό μου βλέμμα, έπεσε σε μια από τις ακροτελεύτιες προτάσεις της κοινής ανακοίνωσης της ΕΕ με την Τουρκία. Ότι όλες οι δράσεις θα γίνονται παράλληλα και θα παρακολουθούνται από κοινού.

            Το επονομαζόμενο Δόγμα Θεοδωρόπουλου, πιο επίκαιρο παρά ποτέ, ήρθε στο μυαλό μου. Ο αποθανών πρέσβυς επί τιμή είχε υποστηρίξει ότι «[κ]άθε φορά που αντιμετωπίσαμε στην Τουρκία μόνοι (1897, 1922, 1974) χάσαμε. Κάθε φορά που την αντιμετωπίσαμε σε συσχετισμό με άλλες δυνάμεις (πρώτος βαλκανικός, πρώτος παγκόσμιος και, εμμέσως, δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος) κερδίσαμε ή τουλάχιστον δεν χάσαμε»[12].

            Όταν προσπαθήσαμε να διευθετήσουμε το προσφυγικό μόνοι μας, και μάλιστα στους κόλπους ενός διεθνούς οργανισμού, όπως το ΝΑΤΟ, που δεν έχει υπάρξει ιδιαίτερα φιλελληνικός στα μεταξύ μας ζητήματα με την Τουρκία, απέβη αναποτελεσματικό. Ίσως ζητούσαμε πολλά ή δεν τα ζητούσαμε, όπως έπρεπε. Και εδώ μου ήρθε στο μυαλό η σκέψη ενός άλλου ανθρώπου που θεωρώ σοφό, του καθηγητή Θ. Κουλουμπή, ο οποίος μίλησε για την διάκριση μεταξύ επιθυμητού και εφικτού στην Ελληνική εξωτερική πολιτική και την ασυμβατότητα που συνήθως τα χαρακτηρίζει[13].

Ας μην ξεχνάμε όμως, ότι η απόφαση να ανάξουμε τις διμερείς μας διαφορές σε ευρω-τουρκικές και η μεταστροφή της πολιτικής μας από το 1999 και εξής, ήταν αυτές που επέτρεψαν την ομαλοποίηση των σχέσεων με την Τουρκία, στον βαθμό που αυτή έχει επέλθει, φυσικά. Σίγουρα, και η παρούσα συμφωνία έχει δεχθεί πολλές κριτικές, ειδικότερα, εφόσον δεν διευθετεί το ζήτημα όσων προσφύγων βρίσκονται στην Ελλάδα, αλλά και εξ αιτίας νομοθετικών ρυθμίσεων της Τουρκίας που αντίκεινται στην Συμφωνία της Γενεύης. Όμως, με τις σωστές «πλάτες», ελπίζουμε να βρεθεί λύση και υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες συνεργασίας και συμμόρφωσης της γείτονος.

Αν και ημίμετρο για πολλούς, λοιπόν, έστω και ορισμένες από τις παραμέτρους του προβλήματος να ρυθμίζει η Συμφωνία, η κατάσταση φαίνεται να μπορεί βελτιωθεί, σε σύγκριση με το να μην υπήρχε καθόλου συμφωνία και να συνέχιζαν να καταφθάνουν ανεξέλεγκτες ροές στη χώρα μας. Να ξέρουμε, συνεπώς, όταν φωνάζουμε γιατί και για τι το κάνουμε. Ειδικά, όταν αφορά την Τουρκία.

[1] Ηρακλείδης Α., «Άσπονδοι γείτονες, Ελλάδα-Τουρκία: Η διένεξη του Αιγαίου», Αθήνα, Ι. Σιδέρης, 2007, σελ. 21

[2] Στο ίδιο, σελ. 23-29

[3] Στο ίδιο, σελ. 32

[4] Στο ίδιο, σελ. 35-36

[5] Στο ίδιο, σελ. 36-37. Η αφήγηση αυτή βέβαια, να τονιστεί ότι ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα

[6] Στο ίδιο, σελ. 48-52

[7] Στο ίδιο, σελ. 49

[8] Στο ίδιο, σελ. 57

[9] Αναλυτικότερα, βλ. Gellner E., «Έθνη και Εθνικισμός», Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 1992

[10] Βερέμης Θ., «Ιστορία των Ελληνοτουρκικών Σχέσεων, 1453-2005», Αθήνα, Ι. Σιδέρης, Ε΄ έκδοση, 2012, σελ. 181

[11] Βλ. Consilium.europa, (2016): http://www.consilium.europa.eu/press-releases-pdf/2016/3/40802210113_en_635939208600000000.pdf (01.04.2016)

[12] Kathimerini (2016): http://www.kathimerini.gr/695223/opinion/epikairothta/arxeio-monimes-sthles/to-dogma-8eodwropoyloy-gia-ellhnotoyrkikes-sxeseis (01.04.2016)

[13] Κουλουμπής Θ., «Διεθνείς Σχέσεις: Ισχύς και Δικαιοσύνη», Αθήνα, Παπαζήση, 2008, σελ. 607-610

Advertisements