Γράφει η Κατερίνα Καλημέρα

Με την «Μεταπολίτευση» να αναζητά ακόμη τη θέση της στην ιστορία χαράσσοντας αμφιλεγόμενη πορεία ως φιλελεύθερη δημοκρατία με αρκετά όμως δημοκρατικά ελλείμματα και παθογένειες, ξεσπά το 2006 το μεγαλύτερο πολιτικό και οικονομικό σκάνδαλο..

Το σκάνδαλο αφορά τον χρηματισμό Ελλήνων πολιτικών, στελεχών δημόσιων οργανισμών, δημοσιογράφων και επιχειρηματιών, από την γερμανική εταιρεία Siemens, που δραστηριοποιείται  στην κατασκευή ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών και μηχανολογικών προϊόντων και συσκευών.

Έχει χαρακτηριστεί ως το νούμερο 1 σκάνδαλο διαφθοράς παγκοσμίως ενώ η Αμερικανική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (SEC) θεωρεί την υπόθεση των «μαύρων ταμείων της Siemens», ως την μεγαλύτερη υπόθεση διαφθοράς στην ιστορία των παγκόσμιων αγορών.

Όταν ξέσπασε το σκάνδαλο στη Γερμανία, η SIEMENS είχε κάνει λόγο για υπεξαίρεση σε βάρος της, που είχαν πραγματοποιήσει στελέχη της σε λογαριασμούς των οποίων είχαν εντοπιστεί μεγάλα χρηματικά ποσά.

Οι καταθέσεις πολλών από αυτούς μετέτρεψαν την υπόθεση σε σκάνδαλο εκτεταμένης διαφθοράς, καθώς ομολογούσαν πως δεν επρόκειτο για υπεξαίρεση σε βάρος της SIEMENS.

Η υπεξαίρεση αφορούσε ένα πολυδιάστατο και «εξεζητημένο σύστημα δωροδοκιών» που είχε στήσει η εταιρία για να λαμβάνει έργα σε πολλές χώρες του κόσμου.

Έγινε γνωστό στη Γερμανία ότι η Siemens συνήθιζε να χρηματίζει πολιτικούς σε διάφορες χώρες για να εξασφαλίσει συμβόλαια, 1,3 δισ ευρώ μεταξύ των ετών 1990 και 2006.

Το σχέδιο της εταιρίας υιοθετήθηκε και στην Ελλάδα και η ελληνική δικογραφία περιλαμβάνει περίπου 30 εταιρίες, είτε ως τελικούς αποδέκτες χρημάτων, είτε ως ενδιάμεσους σταθμούς. Στελέχη της Siemens έχουν ισχυριστεί ότι συνολικά το ποσόν των 100 εκατομμυρίων μάρκων είχε δοθεί σε Έλληνες. Τα χρήματα φαίνεται να διοχετεύτηκαν από κρυφά ταμεία της Siemens και μέσω υπεράκτιων (offshore) εταιρειών να έφταναν στους τελικούς αποδέκτες τους.

Ο κύριος διαχειριστής των χρημάτων αυτών φαίνεται να είναι ο τότε διευθύνων σύμβουλος της Siemens Ελλάδος, Μιχάλης Χριστοφοράκος, ο οποίος διέφυγε στην Γερμανία στις 15 Δεκεμβρίου 2007 και δικάστηκε από την γερμανική Δικαιοσύνη, ενώ εντάλματα έκδοσής του στην Ελλάδα απορρίφθηκαν από την γερμανική Δικαιοσύνη, καθώς και ο πρώην διευθυντής τηλεπικοινωνιών της Siemens Ελλάδος, Πρόδρομος Μαυρίδης.

Οι κεντρικοί πυλώνες πολιτικής ισχύος, μέσω των οποίων η Siemens προωθούσε τα συμφέροντά της στην Ελλάδα, από το 1990 μέχρι την αποκάλυψη του σκανδάλου, ήταν η οικογένεια Μητσοτάκη.

Οι κατηγορίες που έχουν απαγγελθεί για την υπόθεση αφορούν τα αδικήματα της «ενεργητικής και παθητικής δωροδοκίας σε βάρος του Δημοσίου» (ή του ΟΤΕ), «νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη δραστηριότητα», «ηθική αυτουργία και άμεση συνέργεια σε δωροδοκία».

Για την υπόθεση του C4I έχει απαγγελθεί επιπλέον κατηγορία για «απάτη σε βάρος του Δημοσίου» ενώ πρόσφατα μετά από αίτημα της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής ασκήθηκε ποινική δίωξη και για το αδίκημα της «συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης».         

Η έρευνα των τριών Εφετών Ανακριτών περιλαμβάνει -έως στιγμής- τρεις δικογραφίες για την υπόθεση: Αυτή των πυραύλων PATRIOT, τη σύμβαση 8002 του ΟΤΕ και το σύστημα ασφαλείας C4I. Η υπόθεση «8002» αφορά την προγραμματική σύμβαση του ΟΤΕ με τη SIEMENS το 1997, για την προμήθεια ψηφιακών παροχών και τις επεκτάσεις της αρχικής, που έγιναν τα επόμενα χρόνια. Η δικογραφία για τα συστήματα ασφαλείας των Ολυμπιακών Αγώνων αφορά τη σύμβαση του 2003 με την αμερικανική εταιρία SAIC για το έργο της κατασκευής εγκατάστασης και λειτουργίας του συστήματος C4I με υπεργολάβο τη SIEMENS.

Εντός της ελληνικής επικράτειας έχουν ανοιχθεί δεκάδες λογαριασμοί μέσω των οποίων διακινούνταν τεράστια χρηματικά ποσά, με μεγαλύτερο το ποσό των 43,5 εκατομμυρίων ευρώ, που εντοπίστηκε λογαριασμό κατηγορούμενου, στελέχους της SIEMENS. Τρεις από τους κορυφαίους της SIEMENS ΕΛΛΑΣ έχουν διαφύγει στο εξωτερικό, οι δύο λίγο πριν τις απολογίες τους στον ανακριτή Ζαγοριανό και ο τρίτος σε ανύποπτο χρόνο.

Στις 20 Μαϊου του 2009 ο Μιχάλης Χριστοφοράκος, δεν εμφανίζεται στον ανακριτή Ζαγοριανό, που εκδίδει ένταλμα σύλληψης και ενώπιον των γερμανικών αρχών καταδικάστηκε για δωροδοκία πλημμεληματικού βαθμού. Παράλληλα, ο κατηγορούμενος πρώην οικονομικός διευθυντής της ελληνικής SIEMENS, Χρήστος Καραβέλας, εξαφανίζεται έπειτα από προθεσμία που είχε λάβει για την απολογία του και η σύζυγος και η μεγαλύτερη κόρη του οδηγούνται στη φυλακή.

Με τη δίκη να έχει αναβληθεί πολλές φορές, ο χρόνος φαίνεται να σκεπάζει σαν πέπλο την υπόθεση με τα αδικήματα να παραγράφονται όσο αυτός περνάει και να βυθίζονται στη λήθη.

Όλα καλύπτονται κάτω από ένα βουνό υπηρεσιακών εγγράφων και αποδελτιωμένων δημοσιευμάτων με τον κο Χριστοφοράκο, από τη Γερμανία, να παραδέχεται ότι συστήθηκε στη Siemens να ακολουθήσει το παράδειγμα πολλών τέτοιων επιχειρήσεων και να δίνονται τακτικά χορηγίες σε πολιτικά κόμματα για την καλλιέργεια του πολιτικού τοπίου ενώ διαφαίνεται πως τα ελληνικά κόμματα συνήθιζαν να ζητούν τα ίδια της χορηγίες.

Τι συνέβη λοιπόν στη Γ’ Ελληνική Δημοκρατία, γνωστή ως μεταπολίτευση;

Πώς από την πεποίθηση ότι έχει εξασφαλιστεί για το παρόν και το προβλεπτό μέλλον δημοκρατική ευνομία, ισονομία, ισοπολιτεία, παγειώθηκαν στοιχεία που φέρουν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα και εξαπλώθηκαν καρκινικά στην ελληνική κοινωνία και έγιναν κομμάτι της;

Η δημοκρατία, τονιζόταν σε όλους τους τόνους, ότι είναι πια κεκτημένη, δεδομένη και αυτονόητη. Σε αυτό συνέβαλε το γεγονός πως η πτώση της δικτατορίας δημιούργησε ένα ευνοϊκό και ελπιδοφόρο κλίμα μέσα στο οποίο το ελληνικό κράτος θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες γερές δομές που θα οδηγούσαν την Ελλάδα σε ένα μέλλον προόδου.

Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν έγινε. Αντιθέτως, πρακτικές διαφθοράς χαρακτηρίζουν για εκατό και πλέον χρόνια τη χώρα και εξακολουθούν να καθορίζουν την ελληνική κοινωνία παρότι την διαλύουν θεσμικά, κοινωνικά και αυξάνουν το έλλειμμα δημοκρατίας, όπως η ακραία αντιπαλότητα μεταξύ των ελληνικών κομμάτων, η πελατειακή νοοτροπία και ο  λαϊκισμός.

Ωστόσο, είναι αποδεκτές από τους ψηφοφόρους. Τις ενέκριναν και τις επιδοκίμασαν σε όλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης. Είναι αναπόσπαστο κομμάτι της νοοτροπίας των πολιτικών ηγετών, των ανθρώπων που απαρτίζουν την πολιτική σκηνή της χώρας και σε τελευταία ανάλυση: φόβος υπάρχει πως οι πρακτικές αυτές έχουν σαν μικρόβια εγκατασταθεί στον «ξενιστή» τους, το ελληνικό κράτος, που τα φιλοξενεί εγκάρδια και τα τρέφει.

Advertisements