Γράφει η Κύρα Πουλίδου

Η συμπεριφορά και οι δηλώσεις του Προέδρου Ερντογάν έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικά, την περίοδο αυτή, όπου οι προσπάθειες του Τούρκου ηγέτη, κρίνονται αποτελεσματικές, με την αλματική συμφωνία μεταξύ της Ε.Ε για το προσφυγικό ζήτημα.

Πολύ πριν από την απόπειρα πραξικοπήματος στις 15 Ιουλίου, ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ήταν απασχολημένος  με την εδραίωση της εξουσίας.

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, ως πρωθυπουργός της χώρας, ο Ερντογάν έπαιξε σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια να τιθασευτεί η ισχυρή τουρκική στρατιωτική δύναμη.

Βγήκε κερδισμένος με επευφημίες στη Δύση. Αλλά από τότε έχει λάβει μια σειρά αποφάσεων που έχουν προκαλέσει τα βλαστάρια της φιλελεύθερης δημοκρατίας της Τουρκίας να μαραίνονται.

Έχει θέσει ως στόχο του για φίμωση των μέσων ενημέρωσης κρίσιμη αφαιρώντας συντάκτες, διώκοντας δημοσιογράφους και διαγγέλλοντας το κλείσιμο εφημερίδων. Έχει αφαιρέσει από διαδηλωτές πολιτικά δικαιώματα το 2013, υπονόμευσε την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και πίεσε για την άρση της ασυλίας από την ποινική δίωξη των βουλευτών.

Ανελεύθερες οι  απόψεις του σχετικά με την ελευθερία του λόγου, σχετικό παράδειγμα, αυτό στην Ευρώπη τον Απρίλιο του 2016, όπου ζήτησε από τη Γερμανία να ασκήσει δίωξη σε μια γερμανίδα σατιρικό-ηθοποιό για τη δημοσίευση ενός ποιήματος που απευθυνόταν στον ίδιο.

Ο Ερντογάν δεν είχε κρύψει τις φιλοδοξίες του, ως προς την αντικατάσταση του βουλευτικού προνομιακού συστήματος υπουργών της Τουρκίας με μια ισχυρή εκτελεστική προεδρία. Ακόμα κι έτσι, οι δύο βουλευτικές εκλογές του περασμένου έτους απέτυχαν να του δώσουν την απαιτούμενη πλειοψηφία για να αλλάξει το σύνταγμα.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι σχέσεις με την Ε.Ε. θα επηρεαστούν αρνητικά. Η Ευρώπη και η Τουρκία έχουν κοινά συμφέροντα σε διάφορους τομείς, συμπεριλαμβανομένης της καταπολέμησης της τρομοκρατίας, την ενεργειακή ασφάλεια και τον πόλεμο στη Συρία.

Θα πρέπει επίσης να συνεργαστούν για την ειρηνευτική διαδικασία στην Κύπρο με ενταξιακές συνομιλίες της Τουρκίας με την Ε.Ε. Αλλά κυριότερης σημασίας ανησυχία και αυτό λόγω των προσφάτων «εκκαθαρίσεων» – είναι το μέλλον της προσφυγικής συμφωνίας μεταξύ Τουρκίας και Ε.Ε, το οποίο αποτελεί το νήμα που θα μπορούσε επίσης να εκτροχιάσει τη συνεργασία σε άλλους τομείς.

Η συμφωνία της μετανάστευσης τέθηκε σε ισχύ τον Μάρτιο, και αποτελεί ένα κρίσιμο κομμάτι των προσπαθειών της Ε.Ε. να μειώσει τον αριθμό των προσφύγων που φτάνουν στην Ελλάδα από τη Συρία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν. Η συμφωνία στηρίζεται σε ένα trade-off: σε αντάλλαγμα για την επιστροφή των μεταναστών που έχουν παράνομα έφτασε στην Ελλάδα από την Τουρκία, η Ε.Ε. έχει υποσχεθεί να καταβάλει στην Τουρκία, ένα τεράστιο χρηματικό ποσό με σκοπό να  να στηρίξει τους προσφυγικούς καταυλισμούς, να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στις ενταξιακές συνομιλίες με την Ε.Ε και να δώσουν την ευκαιρία στους Τούρκους πολίτες ταξίδια χωρίς βίζα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Δεδομένου τις σαρωτικές εκκαθαρίσεις στην ενδοχώρα της Τουρκίας από τις δυνάμεις ασφαλείας μετά την απόπειρα πραξικοπήματος, υπάρχουν βάσιμες αμφιβολίες για την ικανότητα της κυβέρνησης να εγγυηθεί την ασφάλεια.

Περισσότεροι από εκατό στρατηγοί έχουν αποφορτιστεί και εκατοντάδες αξιωματικοί έχουν απορριφθεί. Ανώτεροι στρατηγοί παραιτήθηκαν για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στις εκκαθαρίσεις. Αυτές οι αναταραχές στο εσωτερικό του σώματος των αξιωματικών έρχονται σε μια στιγμή που ο στρατός μάχεται Κούρδους μαχητές στο νότο, υποστηρίζοντας αντάρτες της Συρίας και κρατώντας τα σύνορα με τη Συρία ασφαλή.

Μια ακίδα σε τρομοκρατικές επιθέσεις σε τουρκικό έδαφος – όπως η επίθεση στο αεροδρόμιο Ατατούρκ της Κωνσταντινούπολης στις 28 Ιουνίου, η βομβιστική επίθεση στην Άγκυρα, στις 13 Μαρτίου και η δίδυμη βομβιστική επίθεση σε κεντρικό σταθμό της Άγκυρας στις 10 Οκτωβρίου του περασμένου έτους – σημαίνουν οι εσωτερικές υπηρεσίες ασφαλείας ήταν απασχολημένος πριν συμβεί το πραξικόπημα. Με την κίνηση Hizmet Gulen, τώρα έχει προστεθεί στη λίστα των προτεραιοτήτων τους, η υπερβολή-ύστατος κίνδυνος.

Μετά την περασμένη ομιλία του τούρκου προέδρου, ως προς την επαναφορά της θανατικής ποινής, είναι ένα ακόμη μέτρο ως προς την ολοκληρωτική διάλυση της δημοκρατίας της Τουρκίας που έρχεται να επισφραγίσει, σε περίπτωση υποβολής της, τη διακοπή διαπραγματεύσεων και σχέσεων της Τουρκίας με την Ε.Ε.

Ο πρόεδρος Ερντογάν πιστεύει ότι η Ε.Ε. τον χρειάζεται περισσότερο από ό, τι το αντίστροφο, και έτσι μπορεί να μπει στον πειρασμό να περιφρονεί την Ευρώπη, ενώ ο ίδιος συνεχίζει το σχέδιο του.

Η Ε.Ε. δεν πρέπει να είναι πλέον ελαστική: θα πρέπει να οδηγήσει τον  Ερντογάν στη συμμόρφωση του  δημοκρατικού  πλαισίου, μέσα στο οποίο η Τουρκία θα μπορεί να είναι αντάξια των προϋποθέσεων  της συμφωνίας  για τη μετανάστευση.

Advertisements