Γράφει η Λορέλα Τσουμάνι

 

Η περιβόητη Συνολική Οικονομική και Εμπορική Συμφωνία μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Καναδά (γνωστή ως CETA) υπογράφηκε τελικά στις 30 Οκτωβρίου.

Το Βέλγιο αργοπόρησε ώστε να καταλήξει σε κοινή θέση για τη συμφωνία, καθυστερώντας την υπογραφή της και από το σύνολο της Ε.Ε., καθώς μερικά από τα τοπικά κοινοβούλιά του, με προεξάρχον αυτό της γαλλόφωνης Βαλονίας, εξέφρασαν την έντονη αντίθεσή τους, καθώς διαφωνούσαν με επιμέρους διατάξεις της.

Δύο εβδομάδες μετά από την υπογραφή, η συμφωνία μοιάζει σαν να είναι ήδη παρελθόν….

Τι είναι όμως η περίφημη αυτή συμφωνία;

Το κείμενο της συμφωνίας είναι δημοσιευμένο ήδη από το 2014 στο διαδίκτυο. Το υπογράφουν το Βέλγιο, η Δανία, η Γερμανία, η Ελλάδα και τα λοιπά κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και ο Καναδάς.

Σύμφωνα με το έγγραφο, πρωταρχικός στόχος είναι η ενίσχυση των οικονομικών σχέσεων των δύο πλευρών και η επέκταση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους με βάση την Συμφωνία του Μαρακές που υπογράφηκε τον Απρίλιο του 1994.

Ακόμα, επιθυμητή είναι η δημιουργία μιας διευρυμένης και ασφαλής αγοράς για προϊόντα και υπηρεσίες, εξαλείφοντας τους εμπορικούς και επενδυτικούς περιορισμούς, καθώς και η κατοχύρωση ξεκάθαρων και ωφέλιμων -και για τις δύο πλευρές- κανόνων που θα διέπουν τις εμπορικές και επενδυτικές σχέσεις.

Σύμφωνα με το έγγραφο,  η συμφωνία στοχεύει ακόμη στην αναγνώριση της βαρύτητας της διεθνούς ασφάλειας, της Δημοκρατίας, της διασφάλισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της οικονομικής συνεργασίας, ενώ γίνεται αναφορά και σε συμφωνίες του παρελθόντος που προωθούσαν τις διεθνείς συνεργασίες σε οικονομικό -και όχι μόνο- επίπεδο.

Το κείμενο εκτείνεται σε 1598 σελίδες και καλύπτει διάφορους τομείς. Εκ πρώτης όψεως, οι όροι φαίνονται ωφέλιμοι και για τις δύο πλευρές, ωστόσο, μεγάλος αριθμός πολιτών σε Ευρώπη και Καναδά, αλλά και οργανώσεις για την προστασία του Περιβάλλοντος φοβούνται ότι η συμφωνία, εάν εφαρμοστεί, στην πραγματικότητα θα φέρει τα άκρως αντίθετα αποτελέσματα από εκείνα που το κείμενό της υπόσχεται ότι θα φέρει.

Οι πολέμιοι της συμφωνίας ισχυρίζονται ότι η CETA παραχωρεί σημαντικά προνόμια στις μεγάλες εταιρείες, οι οποίες θα δύνανται να ανατρέπουν νομικές αποφάσεις των 28 κρατών – μελών της Ε.Ε. Ειδική αναφορά γίνεται και στις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, όπως και στην ποιότητα των τροφίμων.

Παράλληλα, τονίζουν πως η έκθεση δείχνει το καλύτερο σενάριο και βασίζεται, πάντως, σε μεθοδολογία που έχει αμφισβητηθεί επιστημονικά, καθώς υποθέτει ότι όλες οι χώρες της Ε.Ε. έχουν ίδιο βαθμό ανάπτυξης και μηδενική ανεργία, αλλά και άλλες υπεραπλουστευμένες και μη ρεαλιστικές υποθέσεις.

To κυριότερο όμως που προβληματίζει τους πολέμιους της CETA  είναι ότι αυτή αποτελεί θανάσιμη απειλή για τη Δημοκρατία, καθώς παρακάμπτει τόσο τους νόμους των κρατών και της Ε.Ε όσο και τα δικαστήρια.

 

Οι αποφάσεις πλέον των πολυεθνικών για το πώς θα διατίθενται τα προϊόντα και τι θα αναγράφουν θα παρακάμπτουν τις εκλεγμένες κυβερνήσεις και τα δικαστήρια! Αυτό θα γίνεται μέσω  μηχανισμού επίλυσης διαφορών  που επιτρέπει στις πολυεθνικές αυτές να… ζητάνε και αποζημίωση από τα κράτη για οτιδήποτε βλάπτει τα συμφέροντα τους!

Κατ’αυτόν τον τρόπο, οι πολυεθνικές θα είναι πάντα κερδισμένες, έχοντας κατακτήσει την παντοδυναμία. Όταν βλάπτονται από κάποιο νόμο, αντί να βελτιώνουν υπηρεσίες προς τον πελάτη και να προσαρμόζονται αυτές στον ανταγωνισμό, θα ζητούν αποζημίωση από τους… φορολογούμενους!

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός πως καταργείται η έννοια της ισονομίας. Όποτε θέλει, μια πολυεθνική, θα μηνύει τους άλλους, και θα τους παραπέμπει όχι στα δικαστήρια, όπως είναι υποχρεωμένοι πολίτες κράτη και εταιρίες να προσφύγουν, αλλά σε… διαιτησία ελεγχόμενη από τις πολυεθνικές εταιρείες!

 

11-3-750x400

 

Εκτός από τα «ιδιωτικά δικαστήρια», τι άλλο περιέχουν οι διατάξεις; Ιδού: καταπάτηση του περιβάλλοντος, που σημαίνει πλήρης αδιαφορία για την υγεία όλων, κατάργηση συλλογικών συμβάσεων, που σημαίνει δραματική μείωση μισθών και εξαφάνιση κάθε κοινωνικής προστασίας· γενικά οτιδήποτε συντείνει στην κερδοφορία των πολυεθνικών και απορρυθμίζει ταυτόχρονα την αγορά εργασίας. 

 

Για αυτό το λόγο η μικρή Βαλονία έδωσε μια σπίθα ελπίδας, καθώς αποτέλεσε τη φωνή όλων εκείνων των Ευρωπαίων οι οποίοι αντιτίθεται στον ανεξέλεγκτο επεκτατισμό μεγάλων εταιρειών σημειώνοντας τους κινδύνους που ενυπάρχουν τόσο για την εργασία και τα εργατικά δικαιώματα όσο και για το περιβάλλον. Ωστόσο ,παρά τις διαδηλώσεις των περιβαλλοντικών οργανώσεων καθώς και των οργανώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα για τις συνέπειες που ενδέχεται να επιφέρει, η συμφωνία επετεύχθη χαροποιώντας ιδιαίτερα το ιερατείο της Ε.Ε

Εγχώριες αντιδράσεις

Πριν από λίγες ημέρες έξω από τα γραφεία του ΣΥΡΙΖΑ στην Πλατεία Ελευθερίας ακτιβιστές της Greenpeace κρέμασαν πανό από την ταράτσα του κτιρίου: το πρόσωπο του Τσίπρα σε αισθητική τατουάζ μπράτσου, μια καρδιά και τα γράμματα CETA.

 

bc3947322736f95c28bebef934346fa9

 

Η ελληνική Greenpeace συγκαταλέγει την CETA στην ίδια «μαύρη λίστα» με την TTIP και καλεί τους Έλληνες πολίτες να υπογράψουν κατά της επικύρωσής της. «Μέχρι σήμερα περισσότεροι από 3,5 εκατομμύρια πολίτες έχουν υπογράψει ενάντια στις Διατλαντικές Εμπορικές Συμφωνίες, ενώ 1.800 Δήμοι έχουν κηρυχτεί Ελεύθερες Ζώνες.

Στην Ελλάδα, 56.000 πολίτες, 38 Δήμοι και δεκάδες φορείς έχουν ήδη εκφράσει ξεκάθαρα την αντίθεσή τους. Την περασμένη εβδομάδα περισσότεροι από 100 κορυφαίοι νομικοί από πανεπιστήμια της Ευρώπης τάχθηκαν ενάντια στο ιδιωτικό διαιτητικό δικαστήριο (ICS), ενώ το Συμβούλιο της Ευρώπης ζήτησε την αναβολή της υπογραφής της CETA.

Πριν λίγες ημέρες από την υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ Καναδά και Ευρωπαϊκής Ένωσης, 17 Ευρωβουλευτές, μεταξύ των οποίων οι κ. Παπαδημούλης και Κούλογλου τάχθηκαν ενάντια στη CETA με κοινή παρέμβαση στον Τύπο», αναφέρει.

 

Σε διεθνές επίπεδο τώρα, αξίζει ιδιαίτερα να αναφερθεί η αντίδραση του Ντόναλντ Τουσκ μετά την επίτευξη της συμφωνίας, ο οποίος εξέφρασε την ικανοποίηση του αναφέροντας ότι  «οι συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου και η παγκοσμιοποίηση έχουν προστατέψει εκατομμύρια ανθρώπους από την πείνα, τη φτώχεια και τις συγκρούσεις» και  συμπληρώνοντας πως «λίγοι όμως το ξέρουν».

Κι εδώ γεννάται ένα σημαντικό ερώτημα: Άραγε πραγματικά ο κ. Τουσκ γνωρίζει που κυμαίνονται σήμερα οι δείκτες της πείνας, της φτώχειας και των συγκρούσεων;

Advertisements